«Το ’χεις σκεφτεί ποτέ;»
«Ποιο πράγμα;»
«Να. Για ποιον λόγο μονάχα εμείς σωθήκαμε και χαθήκαν όλοι οι άλλοι;»
«Υπάρχει λόγος νομίζεις;»
«Έτσι λέω. Ότι κάποιος λόγος πρέπει να υπάρχει».
«Ποιος όμως;»
«Δεν ξέρω. Γι’ αυτό σε ρωτάω. Αν το ’χεις σκεφτεί».
«Όχι, ποτέ».
«Τι σκέφτεσαι τότε; Σε βλέπω σκεφτική».
«Άλλα πράγματα. Πού θα βρούμε πόσιμο νερό. Πόσες κονσέρβες μάς μένουν. Αν κοντεύουμε. Τέτοια»…
֍
Βάδιζαν στα τυφλά πιασμένοι χέρι-χέρι χωρίς να ξέρουν για πού πορεύονται κι ωστόσο ένα ένστικτο αλάνθαστο όπως των αποδημητικών πουλιών, τους κατηύθυνε προς τον Νότο. Πλησίαζαν· ακόμα και δίχως πυξίδα και χάρτη, το ένιωθαν με όλες τους τις αισθήσεις, στο κλίμα που γινόταν πιο εύκρατο, στη θερμοκρασία που ανέβαινε, στον ήλιο που αργούσε να δύσει, στον άνεμο που έφερνε στα ρουθούνια τους την αρμύρα της θάλασσας. Δεν πρέπει ν’ απείχαν πια πολύ απ’ τον προορισμό τους κι η εγγύτητα έδινε φτερά στα κατάκοπα και πληγιασμένα απ’ την οδοιπορία πόδια τους. Αλλά τι τους περίμενε εκεί; Η αβεβαιότητα τους έκανε πάλι να επιβραδύνουν. Κι αν δεν υπήρχε τίποτα; Μάταιο το ταξίδι…;
֍
«Εδώ δεν ήταν; Που είχαμε έρθει με τον μπαμπά και τη μαμά; Είχαμε πάρει και τον Μπίλια μας μαζί, το ξέχασες; Αλλά δεν τον άφησαν να μπει χωρίς το φίμωτρο».
«Μπορεί. Δεν είμαι σίγουρη. Αλλιώς το θυμάμαι το μέρος. Έχει αλλάξει. Δεν είναι όπως παλιά».
«Τίποτα δεν είναι όπως παλιά. Όλα έχουν αλλάξει. Σαν να υπάρχουν δύο κόσμοι. Αυτός που θυμόμαστε κι αυτός που ζούμε τώρα».
֍
Αναγνώρισαν το πάρκο από την επιγραφή που υψωνόταν πάνω από την πύλη της εισόδου. Κάποια γράμματα είχαν καταρρεύσει, άλλα τα σκέπαζε ο κισσός. Τέσσερα μόνο διακρίνονταν ακόμα στο μισοσκόταδο. Το αρχικό D, έπειτα ένα E, μετά το A, στο τέλος πάλι D. Ανάμεσά τους το κενό, ένα αγεφύρωτο χάσμα. Δεν υπήρχε πια καμιά αμφιβολία, είχαν φτάσει στο τέλος της διαδρομής, στη χώρα των νεκρών. Πιο πέρα δεν είχε να πάνε, έπρεπε να γυρίσουν πάλι πίσω. Αλλά με τι κουράγιο;
֍
«Δεν αντέχω άλλο, κουράστηκα. Καιρός να το πάρουμε απόφαση. Όλα χάθηκαν. Μονάχα εμείς οι δύο μείναμε. Άλλον άνθρωπο δεν πρόκειται να βρούμε. Γιατί να παιδευόμαστε άδικα; Ας δώσουμε ένα τέλος».
«Μην το λες αυτό! Εμένα δεν με λογαριάζεις; Αν φύγεις κι εσύ, τότε τι θ’ απογίνω;»
«Αργά ή γρήγορα θα συμβεί. Από πουθενά δεν έχουμε να ελπίζουμε. Είμαστε μόνοι».
«Όχι, δεν είμαστε! Μόνος του είναι ο ένας. Αυτός που μένει τελευταίος. Τώρα είμαστε δύο. Μη μ’ αφήσεις, σε παρακαλώ».
֍
Προχώρησαν βαθιά μέσα στο πάρκο. Προσπέρασαν τη Χώρα του Ποτέ, δίχως πανιά, δίχως κατάρτια, οι πειρατικές γαλέρες έγερναν βυθισμένες στα στάσιμα νερά. Μπήκαν στο Βασίλειο της Χιονάτης, στα ερείπια του πύργου της αράχνες έπλεκαν τον ιστό τους. Έφτασαν στο κάστρο της Ωραίας Κοιμωμένης, στα χαλάσματα μια γλυκιά υπνηλία τούς νανούρισε τα μέλη, άλλο δεν επιθυμούσαν πια παρά την εκμηδένιση του ύπνου. Κι ωστόσο, παρά τη θέλησή τους, το επόμενο πρωί άνοιξαν πάλι τα βλέφαρα και συνέχισαν να βαδίζουν ώσπου τα βήματά τους τους οδήγησαν πίσω στην Εποχή των Δεινοσαύρων. Τότε, γύρω απ’ τη Ρόξυ, είδαν τα καροτσάκια. Δεκάδες παρατημένα παιδικά καροτσάκια, ξεχαρβαλωμένα απ’ τον χρόνο, σπασμένες οι ακτίνες των τροχών, σχισμένες οι κουκούλες, κουβέρτες, πιπίλες, κουδουνίστρες, φυλαχτά για το κακό το μάτι, σπαρμένα ανάκατα στη στέρφα γη όπου τίποτα δεν φυτρώνει…
֍
«Μικρός λάτρευες τους δεινόσαυρους. Σου είχε κάνει δώρο η γιαγιά στα γενέθλιά σου ένα παιδικό παραμύθι με τη Ρόξυ που ήταν μισή δεινόσαυρος και μισή μονόκερως κι όποιος ερχόταν σπίτι μας, τον έβαζες να σ’ το διαβάζει».
«Το θυμάμαι αυτό το βιβλίο. Το περνούσα γι’ αληθινό. Νόμιζα ότι οι δεινόσαυροι ήταν ακόμα ζωντανοί, δεν ήξερα για τον μετεωρίτη. Είπα στον μπαμπά να με πάει στον ζωολογικό κήπο να τους δω. Εκείνος δεν κατάλαβε, με πήγε στο μουσείο. Ήταν τρομακτικό».
«Και τώρα οι δεινόσαυροι είμαστε εμείς. Άραγε μετά από χιλιάδες χρόνια θα εκθέτουν τ’ απολιθώματά μας; Θα ’ρχονται τουρίστες από παντού να θαυμάσουν τα εκθέματα;»
«Ποιος να ’ρθει;»
֍
Τη νύχτα η θερμοκρασία έπεσε απότομα, έπιασε να ψιχαλίζει. Η φωτιά έσβησε, η παγωνιά τούς περόνιαζε τα κόκκαλα. Γλίστρησε στο πλάι του κάτω απ’ την κουβέρτα και κουλουριάστηκε στο στήθος του. Τον τρόμαξε, άνοιξε τα μάτια του αλαφιασμένος σαν να ’βλεπε εφιάλτη. Την έσπρωξε από πάνω του απότομα, χρειάστηκε δύναμη για να απαλλαγεί απ’ το αγκάλιασμά της. Την πέταξε κατάχαμα στο μουσκεμένο χώμα, μάζεψε τα στρωσίδια του και κούρνιασε σε μια γωνιά λίγα μέτρα παραπέρα. Εκείνη έμεινε για μια στιγμή ασάλευτη κι έπειτα άρπαξε μια πέτρα απ’ το έδαφος και του την πέταξε· τον πέτυχε στο γόνατο. Δεν έδωσε σημασία.
֍
«Δεν είναι σωστό. Είμαστε αδέλφια».
«Και λοιπόν; Ποιος θα μας κρίνει;»
«Ο Θεός! Όλα τα βλέπει Εκείνος».
«Θα μας συγχωρούσε. Θα καταλάβαινε πως δεν γινόταν αλλιώς. Δεν μας έμεινε άλλη λύση».
«Ακόμα κι έτσι. Τα παιδιά…;»
«Τέσσερεις στις δέκα. Αυτές είναι οι πιθανότητες. Οι έξι υπέρ μας. Βιολογία σπούδασα. Ξέρω τι σου λέω. Αν κάνουμε πέντε παιδιά, τα τρία θα βγουν γερά».
«Και τ’ άλλα δύο; Τι θ’ απογίνουν;»
«Δεν ξέρω. Ίσως να τα φροντίσουμε εμείς όσο βαστούν τα κότσια μας. Ή τα γερά αδέλφια τους όταν θα ’χουμε πεθάνει. Αλλά μπορεί και να τα πετάξουν στον Καιάδα. Έτσι έκαναν στη Σπάρτη. Η πόλη όμως επιβίωνε. Αυτό έχει σημασία».
«Γίνεσαι κυνική. Δεν σ’ αναγνωρίζω πλέον. Δεν είσαι αυτή που ήξερα».
«Τίποτα δεν είναι όπως το ξέραμε. Όλα έχουν αλλάξει. Και όλα επιτρέπονται».
֍
Μες απ’ τα κιάλια διακρίνω δυο σκοτεινές φιγούρες να βαδίζουν στο λυκόφως πιασμένες χέρι-χέρι. Σπρώχνουν στην ανηφοριά ένα παιδικό καρότσι φορτωμένο μ’ όλα τους τα υπάρχοντα. Οι ώμοι τους καμπουριάζουν απ’ το βάρος. Κουβαλούν φορτίο Άτλαντα, το παρελθόν, το μέλλον…
Σχoλιάστε