Εκείνο το απόγευμα, η μάνα μάς πήρε παράμερα και μας είπε: «Πηγαίντε να παίξετε με τα ξαδέρφια σας. Να φάτε και να μείνετε να κοιμηθείτε εκεί το βράδυ». Με τον αδερφό μου κοιταχτήκαμε απορημένοι. Άλλοτε έπρεπε να την παρακαλούμε επί μέρες για να μας το επιτρέψει, και πάλι όχι πάντα, ένα Σάββατο τον μήνα μόνο κι αφού πρώτα μας ανάγκαζε να της δώσουμε ένα σωρό υποσχέσεις, ότι θα είμαστε καλά παιδιά, ότι θα διαβάζουμε τα μαθήματά μας και δεν θα παίζουμε μπάλα στο σαλόνι. Και τώρα μας έστελνε η ίδια χωρίς να το ζητήσουμε, και το πιο παράξενο, δεν ήταν καν Σάββατο αλλά Πέμπτη και την άλλη μέρα το πρωί είχαμε σχολείο. Κάτι επρόκειτο να συμβεί στο σπίτι μας, κάτι απειλητικό και δυσοίωνο από το οποίο ήθελε να μας προφυλάξει.
Τότε κατάλαβα ότι η γιαγιά Βασιλική θα πέθαινε πριν βγει η νύχτα. Γιαγιά τη φωνάζαμε αλλά στην πραγματικότητα ήταν η προγιαγιά μας, η μάνα της γιαγιάς Λίζας. Μέναμε όλοι μαζί, γενεές τέσσερις, άτομα επτά, σ’ ένα διαμέρισμα ενενήντα τετραγωνικών, ο ένας πλάι στον άλλον. Εκείνη όμως καταλάμβανε τον λιγότερο χώρο – στο δωμάτιο και τις ζωές μας. Ένα κρεβάτι μόνο· αυτός ήταν ολάκερος ο κόσμος της. Τα τελευταία πέντε χρόνια της ζωής της, από τότε που έπεσε στην τουαλέτα κι έσπασε τον γοφό της, τα πέρασε κατάκοιτη, εκεί έτρωγε, εκεί κοιμόταν, εκεί αποπατούσε. Διατηρούσε εντούτοις ως τις τελευταίες της στιγμές μια εκπληκτική διαύγεια πνεύματος και μνήμη ελέφαντα, αν και δεν μιλούσε πολύ, τα λόγια έβγαιναν απ’ το στόμα της με το σταγονόμετρο και πάντα σ’ εκείνο το μεικτό ιδίωμα ποντιακών, τουρκικών και ελληνικών που μόνο η κόρη της καταλάβαινε και που σε μας τα δισέγγονα έφερνε, μαζί με την επιθυμία μίμησης, και ασυγκράτητα γέλια. Φουρκιζόταν τότε και μας έβριζε με ακατάληπτες λέξεις τουρκικής μάλλον προέλευσης που επέτειναν την ευθυμία μας, κι έπειτα μας συγχωρούσε και μας καλόπιανε, στα ελληνικά τούτη τη φορά. Δεν την πλησιάζαμε ωστόσο συχνά, είχαμε συνηθίσει την παρουσία της και ταυτόχρονα την αγνοούσαμε, όπως ένα ωδικό πουλί κλεισμένο στο κλουβί του που το θυμάσαι μονάχα όταν έρχεται η ώρα να το ταΐσεις.
Ο θάνατός της δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία, ούτε και οφειλόταν σε κάποια συγκεκριμένη νόσο. Πλησίαζε πια τα εκατό και η ζωή την εγκατέλειπε σαν μπαταρία που αδειάζει από ενέργεια. Στα τελευταία της είχε μεταβληθεί σε σκιά του εαυτού της, ένα χλωμό και κοκκαλιάρικο φάντασμα που συρρικνωνόταν στις διαστάσεις ενός γερασμένου παιδιού. Έτρωγε ελάχιστα, λίγες κουταλιές της σούπας μόνο, ξεδιψούσε με δυο σταγόνες νερό, επέμενε όμως να σκουπίζει τα χείλη της μ’ ένα μαντήλι, να μην λεκιάσουν τα σάλια την νυχτικιά της. Συγγενείς είχαν αρχίσει ήδη να την επισκέπτονται για το στερνό αντίο: ο γιος της, η άλλη κόρη της, τα εγγόνια, οι ανιψιές της. Τους ξάφνιαζε με τις ενοράσεις της· γνώριζε πράγματα και γεγονότα που δεν ήταν δυνατόν να έχουν περιέλθει στην αντίληψή της. Άραγε τα ονειρευόταν; Κι αν όχι, από πού τα μάθαινε; Πώς ήξερε ότι η εγγονή της είχε βρει τυχαία στον δρόμο ένα χρυσό βραχιόλι; Ένα σέβας ανάμεικτο με κάποιο δέος περιέβαλλε το νεκροκρέβατό της, λες κι ο θάνατος της χάριζε ένα κύρος ανάμεσα στην οικογένεια που πρωτύτερα δεν είχε.
Κράτησε μια βδομάδα αυτό το σβήσιμο, αργό και σταδιακό, όχι σαν το ηλεκτρικό φως που σβήνει με το πάτημα ενός διακόπτη αλλά περισσότερο σαν τη φλόγα ενός κεριού που λιώνει, ώσπου έφτασε κείνο τ’ απομεσήμερο που η μάνα μου μας ξαπόστειλε στο σπίτι της θείας να μη δούμε το σκοτάδι να πέφτει. Προσπαθώ σήμερα ν’ ανακαλέσω στη μνήμη τα συναισθήματα που μου προκάλεσε τότε η συνειδητοποίηση του προαναγγελθέντος θανάτου αλλά δεν είμαι βέβαιος αν αυτό που μου έρχεται στον νου είναι μια αυθεντική ανάμνηση ή μια εκ των υστέρων επινόηση του ενήλικου εαυτού μου, όπως εξάλλου κι ολόκληρη η παιδική ηλικία. Λυπήθηκα που θα τη χάναμε ή επικράτησε μέσα μου η παιδιάστικη χαρά για το ξενύχτι στα ξαδέρφια; Δύσκολο ν’ απαντήσω, υποθέτω ότι σε κάποιον βαθμό το εκκρεμές ταλαντεύτηκε ανάμεσα στους δύο πόλους. Τα παιδιά ωστόσο είναι περισσότερο σκληρά παρά αθώα, ίσως επειδή η σκληρότητα είναι κι η αθωότητά τους. Αλλά αν η συναισθηματική μνήμη εξασθενεί, μπορώ αντιθέτως ν’ ανασυστήσω με σχετική σιγουριά τα γεγονότα της ημέρας, να θυμηθώ ότι όντως περάσαμε το βράδυ στο σπίτι της θείας Ειρήνης παίζοντας με τα ξαδέρφια κρυφτό κι αμπάριζα κι έπειτα φάγαμε πίτσα που μας ετοίμασε ειδικά για την περίσταση η άλλη μας γιαγιά και παγωτό καϊμάκι για επιδόρπιο πριν δούμε στο τέλος μια ταινία με τον Superman στο Viewmaster που τα ξαδέρφια είχαν ενώ εμείς δεν είχαμε και γι’ αυτό τα ζηλεύαμε και θέλαμε να κοιμηθούμε στο σπίτι τους ενώ εκείνα σπανίως έρχονταν στο δικό μας. Απορροφημένοι καθώς ήμασταν απ’ το παιχνίδι και την παρέα, περίσσεψε άραγε καθόλου χώρος στις σκέψεις μας για τη γιαγιά που ψυχορραγούσε ένα στενό παρακάτω; Ίσως τη στιγμή που έσβησαν τα φώτα και κουκουλώθηκα με το πάπλωμα να την θυμήθηκα και τότε, μαζί με το σκοτάδι που με τύφλωνε, αισθάνθηκα ένα ρίγος να διαπερνά τη ραχοκοκαλιά μου. Τρέμοντας, παρακάλεσα τη θεία ν’ αφήσει τη λάμπα του διαδρόμου αναμμένη και κούρνιασα δίπλα στον αδελφό μου να ζεσταθώ απ’ τη θερμότητα ενός άλλου σώματος.
Το επόμενο πρωί δεν μας ξύπνησαν να πάμε στο σχολείο· διδάσκαλοι και συγγενολόι είχαν συνωμοτήσει για να μας προστατεύσουν από την επίγνωση της θνητότητας. Το υπό την ευλογία τους σκασιαρχείο θα απάλυνε, υποτίθεται, την όποια θλίψη για τον θάνατο της γιαγιάς, σε τέτοιες στιγμές ωστόσο είναι προτιμότερο να κρατάς το μυαλό σου απασχολημένο. Κατά το μεσημέρι ήρθε η μάνα να μας πάρει πίσω στο σπίτι. «Η γιαγιά ξεκουράστηκε», μας ανακοίνωσε, όχι «πέθανε», «ξεψύχησε» ή κάτι παρόμοιο. Έτσι, μπήκε κι ο θάνατος στον κατάλογο με τις απαγορευμένες λέξεις, όπως ο μαλάκας, ο πούστης, τα σκατά, το άει στον διάολο, και άλλες βρισιές που είχαμε μάθει στο προαύλιο του σχολείου. Κανείς στην οικογένεια δεν επιτρεπόταν να την ξεστομίσει, θάνατος δεν υπήρχε, οι άνθρωποι που ξέραμε δεν πέθαιναν, μόνο ξεκουράζονταν, ταξίδευαν κάπου μακριά, πήγαιναν στον ουρανό ή τον Παράδεισο.
Όταν επιστρέψαμε, η σορός βρισκόταν ακόμη στο νεκροκρέβατο. «Θέλετε να τη δείτε;» μας ρώτησε τότε αναπάντεχα η μάνα. Να είχε άραγε μετανιώσει για την προστατευτικότητά της κι ήθελε τώρα να μας εξοικειώσει με το αναπότρεπτο; Το δίλημμά της μεταφέρθηκε και σ’ εμάς. Πιο θαρραλέος -ή πιο περίεργος- ο αδερφός μου δέχτηκε και την ακολούθησε στο υπνοδωμάτιο. Εγώ αρνήθηκα, «Καλύτερα να τη θυμάμαι όπως ήταν», απάντησα δίνοντας μια πιο συναισθηματική απόχρωση στη λιγοψυχία μου. Στάθηκα και περίμενα απ’ έξω. «Πώς ήταν;» θυμάμαι ότι τον ρώτησα σαν βγήκε από την κάμαρη. «Δεν ξέρω», μ’ αποκρίθηκε, «έμοιαζε ίδια όπως πριν αλλά δεν ήταν εκείνη. Σαν να ’χε πάρει κάποια άλλη τη θέση της». Δεν ρώτησα παραπάνω…
⁂
Τριάντα χρόνια πέρασαν από τότε και σ’ αυτό το διάστημα οι νεκροί ολοένα και πληθαίνουν. Ο παππούς πρώτα, οι γιαγιάδες, ο μπαμπάς, ο μπάρμπας και η θεία, ένας μεγάλος έρωτας, ο καλύτερός μου φίλος… Τελευταία εσύ μητέρα… Στο άλμπουμ με τις οικογενειακές φωτογραφίες οι πεθαμένοι είναι πια περισσότεροι από τους ζωντανούς. Τόσοι θάνατοι, τόσες κηδείες, τόσα μνημόσυνα! Τρομάζω να τα μετρήσω! Δεν ήμουν πάντοτε παρών, φρόντιζα να κρατηθώ όσο μακρύτερα μπορούσα, από τότε που ενηλικιώθηκα και ξέφυγα απ’ την κηδεμονία σου, προστατεύω μόνος τον εαυτό μου απ’ την έκθεση στη θέα του θανάτου. Δεν επισκέπτομαι ετοιμοθάνατους στο νοσοκομείο κι ας τους λάτρευα όσο ήταν ακόμα θαλεροί, σε κηδείες και μνημόσυνα ψάχνω να βρω προφάσεις για ν’ απέχω. Γι’ αυτό έλειψα απ’ την κηδεία του μπαμπά, όχι επειδή ήμασταν μαλωμένοι. Γι’ αυτό μητέρα δεν ερχόμουν να σ’ επισκεφθώ τακτικά στο γηροκομείο, δεν τ’ άντεχα να σε βλέπω μέρα τη μέρα να ξεμωραίνεσαι και να αργοπεθαίνεις. Με καταλαβαίνεις; Δεν ήταν ότι δεν σ’ αγαπούσα, το ξέρεις, όμως να, έτσι ήμουν μαθημένος, από κείνον τον πρώτο θάνατο της γιαγιάς Βασιλικής, να κρύβομαι, να μην το σκέφτομαι, να συνεχίζω τη ζωή μου. Εσύ μου το ’μαθες, θυμάσαι; Κι αν σε θρήνησα ζωντανή, κι αν πένθησα όταν πέθανες, γιατί να το ξέρουν κι άλλοι;
Τους ευφημισμούς σου όμως όχι, δεν τους μπορώ, τους έχω πια ξεμάθει. Από τότε που σπούδασα Βιολογία, προτιμώ να λέω τα πράγματα με τ’ όνομά τους. Ο θάνατος είναι θάνατος και οι άνθρωποι πεθαίνουν, δεν αναπαύονται, ούτε και φεύγουν απ’ τη ζωή για να πάνε κάπου αλλού, σε έναν καλύτερο κόσμο. Το χώμα που τους σκεπάζει δεν είναι ελαφρύ αλλά γεμάτο σκώληκες που τους κατασπαράσσουν, δέρμα, σάρκα και οστά, όλα αλέθονται ώσπου να γίνουν χώμα και μαζί τους χάνεται κι η ψυχή, σκέψεις, αισθήματα, αναμνήσεις. Σήψη και αποσύνθεση· έχω δει τι κάνει ο θάνατος στον άνθρωπο, γι’ αυτό και τον φοβάμαι.
Να γιατί παραξενεύτηκα τις προάλλες στη συνεδρία της ομαδικής ψυχοθεραπείας που ο ψυχοθεραπευτής μάς ζήτησε ν’ αναπολήσουμε την πρώτη μας επαφή με τον θάνατο. «Αναπολώντας τον πρώτο θάνατο», αυτό ήταν το θέμα. Αμέσως ξύπνησε μέσα μου το πνεύμα αντιλογίας, έτοιμος ήμουνα να του φέρω αντιρρήσεις. Μα… να αναπολήσουμε; «Αναπολώ» δεν σημαίνει θυμάμαι με νοσταλγία κάτι ευχάριστο από το μακρινό παρελθόν; Πώς είναι όμως δυνατόν ν’ αναπολείς κάτι τόσο ζοφερό και μακάβριο όπως ο θάνατος; Να είχε κάνει άραγε λάθος στην επιλογή των λέξεων ή μήπως χρησιμοποιούσε εκ προθέσεως έναν ακόμη ευφημισμό που ωραιοποιούσε και εξιδανίκευε τη σκληρή, αβάστακτη αλήθεια;
Καθώς όμως το κουβάρι των αναμνήσεων άρχισε να ξετυλίγεται από μόνο του θαρρείς και ο ένας συνειρμός έφερνε τον άλλον σε μια αδιάσπαστη ακολουθία, συνειδητοποιούσα με μια διαύγεια τόσο αποκαλυπτική που καταντούσε ανυπόφορη, ότι όντως αναπολούσα την εποχή που ήμουν ακόμη παιδί κι ο θάνατος ένα σύντομο διάλειμμα στο ατέλειωτο παιχνίδι. Στη μνήμη μου εκείνος ο θάνατος της γιαγιάς Βασιλικής είχε καταγραφεί σαν ένα τέλος ιδεώδες: ήταν ένας θάνατος ανώδυνος, ήσυχος και διακριτικός σαν αναχώρηση, που ερχόταν φυσιολογικά στο πέρας μιας μεγάλης διαδρομής, ένας θάνατος που δεν συνοδευόταν από θλίψη και πένθος για όσους έμεναν πίσω, αλλά από τη στωική αποδοχή της κοινής μας μοίρας. Ένας θάνατος σχεδόν ευτυχισμένος, που δεν προσφερόταν για δράμα ή τραγωδία αλλά για την στοχαστική και νηφάλια επισκόπηση της ανθρώπινης συνθήκης. Κι έκανα τότε τη σκέψη ότι σε έναν ιδανικό κόσμο πλασμένο απ’ τον Θεό και όχι από το χάος, έτσι θα έπρεπε να πεθαίνουμε όλοι, γαλήνιοι, πλήρεις ημερών και περιτριγυρισμένοι απ’ τους αγαπημένους μας να μας κρατούν το χέρι. Ναι, έτσι θα πεθαίναμε αν δεν υπήρχαν η βία και η αρρώστια, το Κακό που κάνουμε ο ένας στον άλλονε μα και το Κακό που μας περιβάλλει και μας επιτίθεται απ’ έξω ή από μέσα.
Ίσως έτσι να πέθαινα κι εγώ αν δεν ήταν το AIDS…
Σχoλιάστε