Όνειρο αρ. 6 του αναλυόμενου Σ.Γ. όπως καταγράφηκε στη συνεδρία της 7ης Αυγούστου 2025:

 

Χτυπάει, λέει, το τηλέφωνο. Στο ακουστικό, η φωνή της Κάτιας. «Την Παρασκευή κάνω ένα πάρτι. Να έρθεις ο-πωσ-δή-πο-τε». Δεν περιμένει απάντηση, δίνει την εντολή της και μου το κλείνει βιαστικά. Η μέρα φθάνει και ετοιμάζομαι να πάω από νωρίς. Το διαμέρισμά της βρίσκεται στην Πετρούπολη και ο από χρόνια πεθαμένος πατέρας μου προσφέρεται να με πετάξει ως εκεί με το παλιό μας Opel Ascona. Έχει μάλιστα όλη την καλή διάθεση να με περιμένει για να γυρίσουμε πίσω μαζί· δεν έχει άλλωστε και τίποτα καλύτερο να κάνει τώρα που είναι νεκρός. Αρνούμαι όμως, «Μπορεί να αργήσω», του απαντώ και τότε εκείνος με αποχαιρετά και φεύγει λυπημένος. Προχωρώ σ’ έναν στενό δρόμο που τον σκιάζουν οι φυλλωσιές των δέντρων. Φτάνοντας στον προορισμό μου όμως, αντί για τη γνωστή πολυκατοικία που μένει η Κάτια, αντικρύζω το παραδοσιακό σπίτι του προπάππου στο λιμάνι του νησιού. Κρατώ στα χέρια μου μια ανθοδέσμη με λευκά χρυσάνθεμα. Χτυπάω το κουδούνι, από το θυροτηλέφωνο, η φωνή της ακούγεται κοφτή και αγχωμένη. «Δεν έφυγαν ακόμα οι καλεσμένοι. Περίμενε να σε καλέσω». Θυμώνω, για μια στιγμή σκέφτομαι να σηκωθώ να φύγω. Δεν φεύγω όμως, κάθομαι σ’ ένα παγκάκι στο απέναντι πεζοδρόμιο περιμένοντας το κάλεσμά της. Η ώρα περνά, σκοτεινιάζει, τα λουλούδια μαραίνονται. Ένας-ένας οι καλεσμένοι της αποχωρούν, κοιτάζω νευρικά το ρολόι. Είναι πια περασμένα μεσάνυχτα όταν επιτέλους μου στέλνει μήνυμα να ανέβω. Η πόρτα είναι ανοιχτή· μπαίνοντας μέσα διαπιστώνω ότι και το εσωτερικό του σπιτιού είναι ολόιδιο μ’ εκείνο του προπάππου. Το ισόγειο χρησιμεύει σαν αποθήκη, μια μεγάλη ξύλινη σκάλα οδηγεί στον πρώτο όροφο όπου βρίσκονται η σαλοτραπεζαρία, η κουζίνα και η κρεβατοκάμαρα. Κάνω να την ανέβω, όμως τα σκαλοπάτια μού φαίνονται τεράστια, με το ζόρι μπορώ να τα δρασκελίσω. Τότε συνειδητοποιώ ότι έχω γίνει νάνος, ναι, νάνος! γι’ αυτό και δυσκολεύομαι. Με πολύ κόπο σκαρφαλώνω ως το κατώφλι. Στο σαλόνι επικρατεί χάος, παντού άδεια μπουκάλια, τασάκια γεμάτα αποτσίγαρα, άπλυτα πιάτα και ποτήρια στοιβαγμένα πάνω στο τραπέζι. Απ’ τη γωνιά της, η γάτα της η Συλβί μού γρυλίζει δείχνοντας απειλητικά τα δόντια της και κυρτώνοντας τη ραχοκοκαλιά της. Έτσι όπως έχω συρρικνωθεί σε λιλιπούτειες διαστάσεις, εκείνη μοιάζει τεράστια σαν αιλουροειδές της τροπικής ζούγκλας. Ζαρώνω από τον φόβο, όμως το οικόσιτο θηρίο με αγνοεί και αποκοιμιέται. Τότε, ένας ρυθμικά επαναλαμβανόμενος θόρυβος που έρχεται από την κρεβατοκάμαρα τραβάει την προσοχή μου. Κατευθύνομαι προς τα κει. Μέσα στο ημίφως, διακρίνω την Κάτια ξαπλωμένη στο ντιβάνι ολόγυμνη. Προσπαθώ ν’ αναρριχηθώ αλλά το κρεβάτι παραείναι ψηλό για τα λίγα εκατοστά μου. Γαντζώνομαι απ’ τα σεντόνια, όμως εκείνη με σπρώχνει προς τα πίσω. «Αυτό δεν είναι για σένα», με ειρωνεύεται. Ενώ εντείνω τις προσπάθειές μου, ένας άντρας εμφανίζεται ξαφνικά στο δωμάτιο. Είναι γυμνός, το κορμί του ασκητικό και δασύτριχο, τα μαλλιά του μακριά κι αχτένιστα, όλα πάνω του θυμίζουν αγιογραφίες του Αγίου Ιωάννη του Πρόδρομου, η πριαπική του στύση ωστόσο παραπέμπει περισσότερο σε αγγειογραφία σάτυρου. Μ’ ένα επιτόπιο άλμα προσγειώνεται στο στρώμα και χοροπηδά σαν σε τραμπολίνο κραδαίνοντας τον υπερμεγέθη φαλλό του, η Κάτια ανοίγει τα πόδια της και τον δέχεται μέσα της. Ενόσω όμως την πηδάει, δεν φαίνεται να του δίνει καμία σημασία, όλη της η προσοχή είναι στραμμένη προς εμένα που παρακολουθώ τη σκηνή από το πάτωμα. «Δες αυτό που δεν θ’ αποκτήσεις ποτέ!» μου μιλάει, μου υπόσχεται, μου αρνείται. Ο ασκητής σάτυρος εκσπερματώνει στο ηβικό της τρίχωμα κι αμέσως εξαφανίζεται το ίδιο απότομα κι ανεξήγητα όπως είχε εμφανιστεί. Η Κάτια δείχνει τώρα ικανοποιημένη, η σκληράδα του προσώπου της μαλακώνει, το ηχόχρωμα της φωνής της γλυκαίνει. «Να! Κάτι φύλαξα και για σένα. Έλα, πλησίασε!» Κατεβάζει τα πόδια της απ’ το κρεβάτι, τ’ απλώνει προς το μέρος μου, μου δείχνει με το δάχτυλο. Καταλαβαίνω τι θέλει να κάνω, όμως απ’ τα μπούτια της στάζουν σταγόνες σπέρματος που με αηδιάζουν. Σηκώνομαι να φύγω μ’ έναν μορφασμό αποστροφής αλλά δεν μπορώ να κουνηθώ, τα πόδια μου βουλιάζουν στη φλοκάτη σαν να βυθίζομαι σ’ έναν βάλτο. Εκείνη γελάει θριαμβικά…                           

 

Σχόλια και σημειώσεις:

Ο αναλυόμενος υποψιάζεται ότι η σύντροφός του τον απατά. Η υποτιθέμενη απιστία της του έχει γίνει έμμονη ιδέα αποξενώνοντάς τον από το οικογενειακό του περιβάλλον και προκαλώντας τριβές και ένταση στη μεταξύ τους σχέση. Η εμφάνιση ενός πιθανού αντίζηλου τον κάνει να αισθάνεται σεξουαλικά ανεπαρκής, νιώθει ότι ο ανδρισμός του αμφισβητείται και καταλαμβάνεται από το σύνδρομο ευνουχισμού. Είναι ωστόσο προφανές ότι ένα μέρος του εαυτού του απολαμβάνει με ένα είδος ψυχικού μαζοχισμού την μειονεκτική κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει. Παρά τις περί του αντιθέτου διαβεβαιώσεις του, δεν φαίνεται πραγματικά αποφασισμένος να διακόψει τον ερωτικό δεσμό.

«Α, όλα κι όλα! Εγώ στα όνειρα πιστεύω. Κάποιος μας τα στέλνει. Κάτι θέλει να μας πει. Τα όνειρα είναι σημαδιακά. Αρκεί να ξέρεις να διαβάζεις τα σημάδια. Οι παλιές ήξεραν. Η μακαρίτισσα η γιαγιά μου, απ’ αυτήν έμαθα. Είχε τον ονειροκρίτη στη σιφονιέρα, μαζί με τον καζαμία, τον τσελεμεντέ και το Βαγγέλιο. Ό,τι ψάχνεις, το βρίσκεις εκεί γραμμένο. Γιατί, τι νομίζεις; Ότι είσ’ ο πρώτος που ονειρεύτηκε; Τα ίδια όνειρα βλέπουμε όλοι μας, ξανά και ξανά. Είδες στον ύπνο σου μια γάτα, λες; Θυμάσαι χρώμα; Άσπρη ε; Μάλιστα. Η γάτα είναι γυναίκα. Θηλυκό. Χαδιάρα, ψοφάει γι’ αγκαλιές και γουργουρίσματα. Ύπουλο πλάσμα όμως, δεν είναι να της έχεις εμπιστοσύνη. Εκεί που σου ξερογλείφεται, άξαφνα σου χιμάει. Βγάζει νύχια και σου ρίχνεται να σε γρατζουνήσει. Δεν δένεται με κανέναν, ούτε σπίτι, ούτε αφέντη. Σήμερα είναι εδώ, αύριο αλλού. Άστατη σαν τον άνεμο. Όπως η δικιά σου. Αυτή η γυναίκα φίλε μου θα σε καταστρέψει. Ξέκοψε όσο είναι ακόμα καιρός, θα βγεις ζημιωμένος. Μη πεις μετά ότι δεν σε προειδοποίησα. Και μην τα βάζεις μαζί μου, κι εσύ το νιώθεις κατά βάθος. Τι πώς το κατάλαβα; Μα φαίνεται από τ’ όνειρο. Αλλιώτικα δεν θα ’ρχόταν ο πατέρας σου να σου μιλήσει. Τα ίδια σου ’πε κι εκείνος. Γι’ αυτό ήταν λυπημένος όταν έφευγε, που δεν τον άκουσες. Ούτε κι εμένα θα μ’ ακούσεις. Εσύ θα κάνεις του κεφαλιού σου κι ας τραβάς ύστερα τα μαλλιά σου. Είσαι δεμένος χειροπόδαρα. Θέλεις να ξεφύγεις μα δεν μπορείς. Φουκαρά μου!»

Όνειρο αρ. 8 της αναλυόμενης Κ.Χ. όπως καταγράφηκε στη συνεδρία της 9ης Αυγούστου 2025:

 

Περπατούσα, λέει, στους πολυσύχναστους δρόμους μιας πολιτείας. Ήταν μια πόλη μεσαιωνική, περιτοιχισμένη, με στενά, αδιέξοδα καλντερίμια που σχημάτιζαν λαβυρίνθους. Δεν ήξερα πού βρισκόμουν, είχα όμως την αίσθηση ότι την είχα επισκεφθεί και άλλοτε στο μακρινό παρελθόν. Προσπαθούσα να θυμηθώ τ’ όνομά της μα δεν μου ’ρχόταν, αναγνώριζα ωστόσο εδώ κι εκεί κάποιες χαρακτηριστικές τοποθεσίες που είχα ξαναδεί σε ταινίες και φωτογραφίες τουριστικών οδηγών. Το Χρατσάνι, η Καρκασόν, το Σαιν-Μαλό, ο Πύργος των Ιπποτών, το Ντουμπρόβνικ, όλα μαζί κι ανάκατα σαν να ’ταν σ’ ένα μέρος. Εκείνος με παρακολουθούσε κατά πόδας· δεν μπορούσα να τον διακρίνω μέσα στο πλήθος, άκουγα όμως τον ήχο που έκαναν τα τακούνια του στο πλακόστρωτο και ήξερα πως ήταν αυτός και κανένας άλλος. Για να του ξεφύγω, χώθηκα σ’ ένα καφέ. Ήταν σχεδόν γεμάτο, με το ζόρι βρήκα τραπέζι να καθίσω. Δεν σκόπευα να μείνω για πολύ, ίσα που να βεβαιωθώ ότι είχε χάσει τα ίχνη μου, αλλά η ώρα περνούσε και είχα αγχωθεί ότι θ’ αργούσα στο ραντεβού μου. Για να χαλαρώσω, βάλθηκα να παρατηρώ τους θαμώνες γύρω μου. Μπροστά από μένα καθόντουσαν ένα ζευγάρι πολύ νεαρής ηλικίας, κωφάλαλοι κι οι δύο. Στην αρχή, το αγόρι είχε όψη θυμωμένη, το κορίτσι, ένοχη κι απολογητική, μετά, αγρίεψε κι εκείνο. Μιλούσαν στη νοηματική που μου είναι ακατάληπτη, τα νεύματά τους ωστόσο ήταν τόσο κοφτά και έντονα που έδιναν την εντύπωση ότι μάλωναν. Έτσι όπως χειρονομούσαν με μανία ο ένας μπροστά στη μούρη τ’ αλλουνού, έμοιαζαν με πυγμάχους στο ρινγκ που όμως, αντί για γρονθοκοπήματα, εξαπολύουν μπαράζ συμβόλων και νοημάτων. Όλα τα βλέμματα είχαν καρφωθεί πάνω τους· όταν το αντιλήφθηκαν, έδειξαν να ενοχλούνται. Αμέσως σταμάτησαν κι έμειναν για λίγο ακίνητοι με δάχτυλα ανέκφραστα, έπειτα, έβγαλαν από τις τσέπες τα κινητά τους και συνέχισαν τη λογομαχία τους ανταλλάσσοντας μηνύματα. Τότε, το αστρονομικό ρολόι της πλατείας σήμανε μεσάνυχτα. Πανικοβλήθηκα. Σηκώθηκα να φύγω βιαστικά χωρίς να πληρώσω. Τη στιγμή που έβγαινα απ’ το καφέ, τον είδα. Καθόταν στο γωνιακό τραπεζάκι με την εφημερίδα ανοιγμένη μπροστά στο πρόσωπό του και παρίστανε πως διαβάζει. Δεν φάνηκε ν’ αντιλαμβάνεται την παρουσία μου, η προσοχή του ήταν στραμμένη προς το κωφάλαλο ζευγάρι. Αυτούς κατασκόπευε άραγε;         

 

Σχόλια και σημειώσεις:

Η αναλυόμενη αισθάνεται παγιδευμένη σε μια σχέση καταπιεστική και αδιέξοδη. Η παθολογική ζήλεια του συντρόφου της την κάνει να ασφυκτιά, νιώθει ότι υπόκειται σε στενή επιτήρηση και έλεγχο, ενώ το επεισόδιο με τους κωφάλαλους υποδηλώνει την έλλειψη επικοινωνίας ανάμεσα στο ζευγάρι. Από μια άλλη πλευρά ωστόσο, φαίνεται ότι και η ίδια επιθυμεί να βρίσκεται στο επίκεντρο της προσοχής και γι’ αυτό υποθάλπει τη ζηλοτυπία του κεντρίζοντάς τον με διάφορες αφορμές. Παράλληλα, ονειρεύεται ταξίδια και αποδράσεις τα οποία όμως διαρκώς αναβάλλει για ευθετότερο χρόνο. Παρά τα προβλήματα του δεσμού τους, ένας χωρισμός στο άμεσο μέλλον δεν μοιάζει πολύ πιθανός.

«Αν πιστεύω στα όνειρα; Τι να σου πω; Και ναι και όχι. Κάποιοι λένε ότι απ’ τα σημάδια τους μαντεύουν τα μελλούμενα. Μπορεί, δεν ξέρω, αμφιβάλλω. Ίσως τα όνειρα να μας φανερώνουν περισσότερα για το παρελθόν παρά για το μέλλον. Μερικά πράγματα που βλέπεις στον ύπνο σου βγαίνουν αληθινά, άλλα πάλι όχι. Όπως και το ωροσκόπιο, τα ζώδια, η αστρολογία. Τα διαβάζω καμιά φορά για να περνάει η ώρα μα δεν τους δίνω και πολλή σημασία. Αυτό το όνειρο όμως μου έκανε μεγάλη εντύπωση και το πρωί που ξύπνησα, το θυμόμουν ολοκάθαρα, κάτι που σπάνια μου συμβαίνει. Γι’ αυτό η πρώτη μου έγνοια ήτανε να ψάξω τι σημαίνει. Κάθομαι με τη τσίμπλα στο μάτι μπροστά στον υπολογιστή, γκουγκλάρω “ονειροκρίτης”. Έπαθα την πλάκα της ζωής μου! Δεν το φανταζόμουνα αλλά για τα πάντα υπήρχαν έτοιμες εξηγήσεις, σαν τα λυσάρια των μαθηματικών του Λυκείου. Περπατάς στα σοκάκια μιας παλιάς πολιτείας; Αυτό δείχνει, λέει, αναζήτηση ταυτότητας ή προσπάθεια να βρεις λύση σε ένα τωρινό πρόβλημα ανατρέχοντας στην εμπειρία σου. Η κοσμοσυρροή; Πρόσεξε μη σου βγει το όνομα εξαιτίας κάποιας φήμης! Αν όμως κάποιος σε παρακολουθεί, πά’ να πει ότι νιώθεις άγχος κι ενοχές για κάτι που ’χεις κάνει. Οι κωφάλαλοι; Καλά, ετούτο ήταν εύκολο, θα το μάντευα κι από μόνη μου. Αδυναμία συνεννόησης και επικοινωνίας. Και τα ταξίδια; Ευκολάκι κι αυτό, φανερώνουν την επιθυμία να κάνεις μια καινούρια αρχή, να ξεκόψεις απ’ τα παλιά. Κοίτα να δεις ρε γαμώτο που όλα κολλάνε! Τόσον καιρό νιώθω καταπιεσμένη. Η σχέση μου πάει απ’ το κακό στο χειρότερο. Δεν την αντέχω άλλο τη ζήλεια του κι ωστόσο δεν μπορώ και να το πάρω απόφαση να του δώσω τα παπούτσια στο χέρι. Ως πού θα τραβήξει αυτό το βιολί; Μακάρι να ’ξερα. Στο όνειρο δεν βλέπω κάποια λύση».

vs

♂: Χτυπάει το κινητό σου, γιατί δεν το σηκώνεις;

♀: Απ’ τη δουλειά θα ’ναι, θ’ απαντήσω αργότερα.

♂: Καμιά σύσκεψη πάλι; Σαν πολλές υπερωρίες δεν μαζευτήκαν τελευταία;

♀: Τι εννοείς; Αφού σου το ’χω εξηγήσει τόσες φορές. Οι προθεσμίες μάς πιέζουν. Πρέπει να παραδώσουμε το έργο κι έχουμε μείνει πίσω. Τρέχουμε να προλάβουμε. Μέχρι τέλος του μήνα έτσι θα πάει.

♂: Θ’ αργήσεις κι απόψε δηλαδή; Να μην σε περιμένω;

♀: Μάλλον, θα δούμε. Αν προλάβω… Να τελειώνουμε με τα ενεργειακά τουλάχιστον. Εσύ φάε, εμείς μπορεί να τσιμπήσουμε κάτι στο γραφείο.

♂: Εμείς; Ποιοι εμείς; Θα είναι κι ο Γιάννης;

♀: Φυσικά, γίνεται να λείπει; Αφού είναι ο τεχνικός μας σύμβουλος. Έχει και τα γενέθλιά του σήμερα. Ίσως κεράσει κανένα ποτό στα όρθια μετά το σχόλασμα. Αν είναι, δεν μπορώ να πω όχι…

♂: Α ναι; Ώστε έχει γενέθλια το πουλάκι μου; Δώρο; Δεν του πήρες κανένα δωράκι στα όρθια; Μα γιατί;

♀: Γίνεσαι χυδαίος! Αν υπονοείς κάτι, πες το ευθέως!

♂: Τι να πω βρε Κάτια; Για τυφλό με περνάς ή για χαζό; Δεν βλέπω, νομίζεις, τι παίζεται πίσω απ’ την πλάτη μου; Τα μηνύματα, τις αναπάντητες, που εξαφανίζεσαι για ώρες…

♀: Με κατασκοπεύεις; Ψαχουλεύεις το κινητό μου; Άκου να σου πω, κάτι τέτοια κομμένα! Δεν πρόκειται να τ’ ανεχτώ. Κατάλαβες;

♂: Ενώ εγώ είμαι υποχρεωμένος ν’ ανέχομαι τα πάντα; Τα ψέματά σου, τις απουσίες σου, τις φτηνές δικαιολογίες. Ε, όχι! Δεν πάει άλλο! Βαρέθηκα! Τράβα να βρεις τον Γιάννη σου να σμίξετε τα ενεργειακά σας πεδία!

♀: Δεν ξέρεις τι λες, παραλογίζεσαι! Η ζήλεια σε κάνει και φαντάζεσαι διάφορα. Με πνίγει η ζήλεια σου. Κι ούτε καν καταλαβαίνεις το κακό που προκαλείς, όχι μόνο σε μένα αλλά και στον ίδιο τον εαυτό σου. Ώρες-ώρες είναι σαν να με σπρώχνεις από μόνος σου στην αγκαλιά ενός άλλου. Και ξέρεις τι πιστεύω; Ότι κατά βάθος θα σου άρεσε αν σε κεράτωνα. Θέλεις τόσο πολύ να παριστάνεις το θύμα! Σε λυπάμαι!

♂: Σκάσε! Δεν θέλω να σε βλέπω στα μάτια μου! Δρόμο!

♀: Αυτό θες; Να φύγω; Να χωρίσουμε; Πες ρε, αν σου βαστάει. Αυτό θέλεις;

♂: …

♀: …