Κοιτάζει αγχωμένος το ρολόι. «Είναι αργά, πρέπει να του δίνω». Σηκώνεται βιαστικά απ’ το κρεβάτι, φοράει το παντελόνι του, γυρεύει τις κάλτσες, τη δεξιά δεν τη βρίσκει πουθενά, πού  να ’χει παραπέσει; Τα χέρια της τυλίγονται γύρω από τον λαιμό του, τρυφερό κεφαλοκλείδωμα, βελούδινο κολάρο. «Μα γιατί βιάζεσαι; Κάτσε λιγάκι ακόμα. Έχουμε χρόνο». Η φωνή της, ναζιάρικη, τον δελεάζει, η σάρκα της, εφηβική, τον κολάζει. Τι πουτανάκι Θεέ μου! Ίδια η μάνα της! Έτσι με τύλιξε κι εκείνη. Ακόμα δεν βγήκε απ’ τ’ αυγό κι είναι λες κι έχει ξεσηκώσει όλα της τα καμώματα η μικρή. Ώρες-ώρες τον πιάνει μια σιχασιά, θέλει να φύγει μακριά τους μα δεν μπορεί, Πού διάολο πήγα κι έμπλεξα; Επικαλείται τη σύνεση, τη λογική, είναι απαραίτητο να παίρνουν προφυλάξεις. «Όπου να ’ναι θα γυρίσει. Ουαί κι αλίμονο αν μας δει μαζί. Θα μας σκοτώσει και τους δύο». Όπως φαρμακώσατε τον πατέρα, σκέφτεται δαγκώνοντας τα χείλια. Δεν δείχνει πάντως να φοβάται, στα φρόνιμα τα λόγια του αντιπαραθέτει τη φωνή του πάθους. «Θ’ αργήσει σήμερα. Θα περάσει, είπε, απ’ το νεκροταφείο. Κάτι για την αποκομιδή των οστών του μπαμπά. Πέρασαν πέντε χρόνια. Προλαβαίνουμε, άλλη μια φορά. Στα γρήγορα. Σε παρακαλώ». Παίρνει μια έκφραση ικετευτική, φαντάζεται ότι τον ερεθίζει, εκείνος όμως δεν πείθεται τόσο εύκολα, την κάλτσα του τη βρήκε επιτέλους, τη φόρεσε, ετοιμάζεται να φύγει, κι αν φύγει όλο της το σχέδιο πάει στράφι, πού θα ξαναβρεί τέτοια ευκαιρία; Τώρα χρειάζεται να επιστρατεύσει τα μεγάλα μέσα. Τον φιλά στο στόμα ξανά και ξανά, «Μ’ αγαπάς;» ερώτημα που δεν ρωτά μα πιότερο εκβιάζει, απάντηση αναμενόμενη όσο και εξαναγκασμένη, «Αφού το ξέρεις…» δεν αρκεί, απαιτείται επιβεβαίωση, «Μ’ αγαπάς όμως; Γιατί δεν μου το λες;» ώσπου στο τέλος συνθηκολογεί, «Σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ πολύ», ούτε κι αυτό όμως της είναι αρκετό, «Πιο πολύ από κείνη;» ο έρωτας είναι κατίσχυση και ανταγωνισμός, πάλη μέχρις εσχάτων. «Πες μου! Ποιαν αγαπάς περισσότερο;»

Τότε ακούγεται το κλειδί στην κλειδαριά. Η εξώπορτα τρίζει, η καταστροφή πλησιάζει με τον θόρυβο τακουνιών πάνω στο ξύλινο πάτωμα. Οι εραστές μένουν ακίνητοι, παγιδευμένοι μ’ αόρατα δεσμά στο άνομο κρεβάτι. Τη στιγμή που η πόρτα της κρεβατοκάμαρας ανοίγει και ακτίνες φωτός εισβάλουν στο σκοτάδι, ένα μοχθηρό, ανατριχιαστικό, σαρκοβόρο γέλιο ύαινας αντηχεί στην πνιγηρή ατμόσφαιρα του δωματίου.

Πέντε χρόνια περίμενα τούτη τη στιγμή. Από τότε που πέθανε ο πατέρας. Ίσως κι από πιο πριν, απ’ τη μέρα που άρχισα να καταλαβαίνω. Νομίζω πως ήταν στα γενέθλιά μου, όταν έκλεινα τα εννιά, αλλά μπορεί και να θυμάμαι λάθος. Τη νύχτα εκείνη πάντως ξύπνησα απότομα από κάτι παράξενους θορύβους. Στην αρχή τους πέρασα για όνειρο, όμως δεν έλεγαν να σταματήσουν. Έστησα αυτί κι αφουγκράστηκα. Δεν ήταν η πρώτη φορά, τους είχα ξανακούσει, έρχονταν απ’ το υπνοδωμάτιο, εκεί όπου πλάγιαζαν ο μπαμπάς και η μαμά, μόνο που τότε ο μπαμπάς έλειπε ταξίδι. Οι ήχοι ολοένα και δυνάμωναν, τόσο που με τρομάζαν, οι σομιέδες έτριζαν απαίσια, βαριές ανάσες που λαχάνιαζαν, πνιχτά βογκητά σαν πληγωμένου ζώου να σκίζουν το σκοτάδι, ώσπου στο τέλος ακούστηκε μια ξέπνοη κραυγή κι έπειτα όλα ηρέμησαν, σιγή απόλυτη απλώθηκε στο σπίτι.

Το πρωί, ρώτησα τη μάνα μου: «Μαμά, γύρισε ο μπαμπάς;» Έκανε να γελάσει μ’ ένα πονηρό χαμόγελο μα αμέσως κατσούφιασε και με λοξοκοίταξε, το βλέμμα της αγριωπό, το φρύδι ανασηκωμένο. «Όχι βέβαια! Πώς σου ’ρθε τέτοιο πράμα; Αφού το ξέρεις, ο πατέρας σου είναι μπαρκαρισμένος, θα κάνει μήνες να γυρίσει». «Έτσι μου φάνηκε στον ύπνο μου. Άκουσα περπατησιές. Σαν να ’ταν κάποιος στην κάμαρη». «Σαχλαμάρες! Όνειρο θα ’βλεπες. Ή μπορεί να ’ταν τα ποντίκια στη σοφίτα. Κάθε βράδυ σουλατσάρουν τ’ αναθεματισμένα. Στο τέλος θα μας φάνε. Να θυμηθείς μετά το σχόλασμα να περάσεις απ’ το φαρμακείο να πάρεις ποντικοφάρμακο. Άντε τώρα, ετοιμάσου! Θ’ αργήσεις στο σχολείο». Σταμάτησα κι εγώ να τη ρωτώ, φοβήθηκα μήπως τη νευριάσω. Έκανα όπως μου ’πε.  

Βάλαμε το δηλητήριο. Πέρασαν δυο νύχτες που τα ποντίκια τσίριζαν στη σοφίτα τρελαμένα απ’ τη δίψα και τ’ άλλο πρωί τα βρήκαμε ψόφια έξω στην αυλή, οι κοιλιές τους είχαν τουμπανιάσει κι αιμορραγούσανε από μύτη κι από στόμα. Αλλά την επομένη οι θόρυβοι ξανάρχισαν, μόνο που τώρα τα τρωκτικά είχαν κι ανθρώπινη μιλιά ανάμεσα στα βογκητά τους. «Να ψοφήσει το καραβόσκυλο! Να τόνε πνίξει η θάλασσα! Αχ τι καλά που θα ’ταν! Να μην χρειάζεται να σμίγουμε στα κρυφά, ούτε και να φοβόμαστε μη μας πάρει κανένα μάτι». Ποιανού λόγια ήταν τούτα; Το ένα βράδυ η φωνή ήταν της μάνας μου, τ’ άλλο του θείου Τάκη. Μαζί κι οι δυο μού σκότωσαν τον ύπνο. Εννιά χρονώ κορίτσι ήμουνα και πια δεν μπόραγα να κλείσω μάτι. Έμενα ώρες να περιμένω ξάγρυπνη κι όταν κλεινόντουσαν στην κάμαρα, κόλλαγα τ’ αυτί μου στον τοίχο να κρυφακούω. Πιο ύστερα, σαν ξεθάρρεψα πως δεν παίρνουν χαμπάρι, έσκυβα στα μουλωχτά και κοίταζα απ’ την κλειδαρότρυπα. Βλέποντας, άρχισα να μαθαίνω. Πώς τον άναβε και τον κουλάντριζε και τον είχε του χεριού της, πώς τον έκανε ό,τι ήθελε σαν να ’ ταν το σκυλί της. Κι εκείνος να κορδώνεται σάμπως να ’τανε κάνας σπουδαίος και τρανός! Εκεί πάνω κατάλαβα πόσο εύκολο είναι να κουμαντάρεις έναν άντρα. Παιχνιδάκι! Μάθαινα γρήγορα, είχα καλή δασκάλα. Μα όσο περισσότερο με ξεσκόλιζε, τόσο πιο πολύ τη μισούσα. Ήθελα να γίνω σαν κι εκείνη για να την πολεμήσω έπειτα με τα ίδια της τα όπλα. Τον θείο δεν τον σιχαινόμουνα το ίδιο. Τον περιφρονούσα που ήταν έτσι αδύναμος, καμιά φορά όμως μ’ έπιανε κάτι σαν λύπηση μα δεν θα τ’ άφηνα να με παρασύρει. Θα μου το πληρώνανε κι οι δυο, το χρωστούσα του πατέρα.

Πάνω στο μνήμα του τη μέρα της κηδείας, έδωσα όρκο βαρύ να γδικηθώ για τον χαμό του. Από τότε ήξερα τι και πως, είχα καταστρώσει τα σχέδιά μου, έπρεπε μόνο να περιμένω την κατάλληλη στιγμή, λίγο να μεγαλώσω. Το σώμα μου όμως μου ’βαζε τρικλοποδιές, αργούσε να μεστώσει. Έκανα χρόνια υπομονή, έστηνα τον ιστό μου σαν την αράχνη. Αργά ή γρήγορα τα ζωύφια πέφτουνε στην παγίδα. Και να που ήρθε η ώρα!

Όλα έγιναν όπως τα ’χα σχεδιάσει. Ποτέ όσο ζω δεν θα ξεχάσω την έκφρασή της τη στιγμή που άνοιξε την πόρτα της κρεβατοκάμαρας και μας είδε αγκαλιασμένους. Ήταν σαν να της έμπηξα στην πλάτη το μαχαίρι. Τα μάτια της πετάχτηκαν έξω απ’ τις κόγχες τους, το στόμα έχασκε ορθάνοιχτο σαν να ’χε πάθει αποπληξία, μια νεκρική χλωμάδα κέρωσε το πρόσωπό της και η ανάσα της κόπηκε σαν να ’βγαινε η ψυχή της. Ο θείος την κοιτούσε πανικόβλητος, απ’ την τρομάρα του μήτε που την πλησίαζε, παρά μόνο στεκόταν ασάλευτος προσμένοντας κι αυτός το ξέσπασμα της οργής της. Εκείνη όμως λες κι ήταν αόρατος, δεν του ’δινε καμία σημασία. Ξάφνου, τα μάγουλά της βάφτηκαν κατακόκκινα, τα μάτια της αστράψαν, το στόμα της άφρισε. Μ’ ένα σάλτο χύμηξε καταπάνω μου, με βούτηξε απ’ τα μαλλιά, βάλθηκε να με τραβολογάει, δίχως να βγάζει λέξη απ’ τα χείλη της, μονάχα κραυγές και ουρλιαχτά σαν άγριου θηρίου. Άπλωσε την παλάμη της για να με χαστουκίσει. Ήμουν προετοιμασμένη. Της άρπαξα τα χέρια μ’ όλη μου τη δύναμη, τη γονάτισα, την ξάπλωσα με πλάτη στο πάτωμα, την καβάλησα στο στήθος. Τα ’χασε, δεν το περίμενε, με περνούσε ακόμα για παιδί, εγώ όμως είχα μεγαλώσει, ήμουν πιο δυνατή πια από κείνη, πιο όμορφη, πιο νέα. «Ξόφλησες! Μ’ ακούς; Πέρασε η μπογιά σου! Γέρασες κακομοίρα μου! Κανένας δεν σε θέλει! Δεν βλέπεις τα μούτρα σου στον καθρέφτη; Όσο κι αν μπογιατίζεσαι, δεν κρύβονται οι ρυτίδες! Μου στέρησες την αγάπη του μπαμπά· σου έκλεψα κι εγώ τον άντρα π’ αγαπούσες. Σε βαρέθηκε, σε σιχάθηκε, σε πρόδωσε όπως πρόδωσες τον πατέρα! Από ’δώ και πέρα είσαι μόνη σου, πάρ’ το απόφαση!»

Έκανε ν’ ανασηκωθεί, την πατούσα κάτω με το ζόρι. Τότε την είδα να ραγίζει και να σπάει. Έκλαιγε με λυγμούς κι αναφιλητά, το κορμί της τρανταζόταν. Την παράτησα, σηκώθηκα και βγήκα απ’ το δωμάτιο κλειδώνοντας ξοπίσω μου την πόρτα. Τους άφησα να τα βγάλουν πέρα μόνοι τους.

Δεν θα χρειαστεί ποντικοφάρμακο. Λένε πως οι αρουραίοι άμα τους κλείσεις σ’ ένα βαρέλι, θα φαγωθούνε μεταξύ τους.