Είμαι ένας άνθρωπος άρρωστος… Ένας κακός άνθρωπος. Άνθρωπος αποκρουστικός. Νομίζω ότι πάσχω από το συκώτι μου. Μάλλον αυτό θα φταίει. Ή η δυσκοιλιότητα. Μπορεί και η αναπηρία. Σίγουρα αν ήμουν υγιής θα ήταν αλλιώτικα τα πράγματα, δεν θα ’νιωθα εκείνες τις ξαφνικές παρορμήσεις του μίσους που μ’ εξωθούν σε πράξεις χυδαίες κι επονείδιστες. Δεν είναι λογικό αυτό που λέω, το καταλαβαίνω, ακούγεται σαν φθηνή δικαιολογία. Γιατί έχω συναντήσει ανθρώπους που είναι εξίσου κακοί, ίσως και χειρότεροι ακόμα, και όμως χαίρουν άκρας υγείας. Σε μένα πάντως έτσι συμβαίνει, η κακία αναδύεται μέσα μου σαν νόσημα αυτοάνοσο, σαν μια επίθεση του εαυτού στον εαυτό που της αρκεί και το παραμικρό εξωτερικό ερέθισμα για να εκδηλωθεί, κι αν υπάρχει κάτι που με παραξενεύει, είναι ότι τέτοια ξεσπάσματα κακεντρέχειας και ποταπότητας εμφανίζονται εντελώς απρόβλεπτα, σε στιγμές υπερβατικής έξαρσης, όταν η ψυχή μου, ερχόμενη σε επαφή με το Ωραίο και το Υψηλό, αντί να πλημμυρίζει από το αίσθημα του Δέους που χαρακτηρίζει τα ευγενικά πνεύματα, εκείνη αντιδρά και εξεγείρεται εναντίον της Τελειότητας. Μη βιαστείτε να βγάλετε συμπεράσματα, όχι, καθόλου αναίσθητος δεν είμαι μπροστά στην Ομορφιά, ίσα-ίσα, με συγκλονίζει βαθύτατα, περισσότερο ίσως απ’ τον καθένα, μόνο που… να… μετά τον αρχικό θαυμασμό, γεννιέται αυτόματα, σαν σιαμαίο καρκίνωμα, η επιθυμία της βεβήλωσης… Να καταστρέψω την ομορφιά που με θάμπωσε… είτε πρόκειται για την ομορφιά ενός έργου τέχνης, είτε μιας γυναίκας…

Όπως τότε που επισκέφτηκα για πρώτη φορά τη Βασιλική του Αγίου Πέτρου στο Βατικανό. Καλοκαίρι του 1999, Ιούλιος μήνας με καύσωνα και υγρασία. Με τον αδερφό μου να σπρώχνει το αναπηρικό αμαξίδιο, περιμέναμε για ώρα στην ουρά ώσπου να έρθει η σειρά μας. Μπαίνοντας επιτέλους στον ναό, η διαφορά θερμοκρασίας, αισθητή στο σώμα, έπαιρνε ταυτόχρονα μια διάσταση συμβολική, του περάσματος σε έναν άλλο κόσμο όπου οι γήινες συνθήκες έπαυαν να ισχύουν. Σήκωσα ενστικτωδώς τα μάτια προς τα πάνω, στον θόλο που από το ύψος των 137 μέτρων κάλυπτε προστατευτικά τα κεφάλια μας. Ένιωσα αμέσως ένα απερίγραπτο όσο και δυσεξήγητο αίσθημα δέους και έκστασης να με κυριεύει, σαν μία άνωση που με έβγαζε από το σώμα μου και με τραβούσε προς τα ουράνια με το βλέμμα καρφωμένο ψηλά, αναζητώντας άραγε τι; τον Θεό ή την Ομορφιά; Ο χρόνος είχε σταματήσει κι έμεινα έτσι, άδειος, ασάλευτος, εγώ, ένας άθεος μέσα σε μία χριστιανική εκκλησία, μην μπορώντας να αρθρώσω λέξη, σε κατάσταση αφασίας, μέχρι που ο αδελφός μου ανησύχησε και μου έριξε νερό στο πρόσωπο για να συνέλθω.

Γρήγορα ανέκτησα τις αισθήσεις μου. Μαζί επανήρθε κι η κριτική ικανότητα, το χάρισμα του λόγου. Συνειδητοποίησα ότι το υπερβατικό βίωμα που μόλις είχα ζήσει μ’ ενοχλούσε σαν αγκάθι στο πέλμα. Σκέφτηκα να το εκλογικεύσω: το ερμήνευσα όχι ως μια μεταφυσική εμπειρία αλλά σαν εκδήλωση θαυμασμού για τον Homo Faber και τα έργα του. Η σκέψη με παρηγόρησε μα δεν κατάφερε να με καθησυχάσει, είχα ρίξει βάλσαμο στην πληγή αλλά το αγκάθι ήταν ακόμη χωμένο στη σάρκα. Όφειλα ωστόσο ν’ ακολουθήσω το ρεύμα των συνειρμών που θα μ’ έφερνε πίσω στο ασφαλές αραξοβόλι των βεβαιοτήτων μου. Να στραγγαλίσω τον απρόσκλητο μυστικιστή για να ξαναδώ τους θησαυρούς του μεγαλοπρεπούς αρχιτεκτονήματος υπό την οπτική του φιλότεχνου εστέτ που ήμουν μέχρι τότε. Ας ξεκινήσουμε λοιπόν την εξερεύνηση.

Ανυπομονούσα να δω με τα μάτια μου την Πιετά, αυτό το αγλάισμα της γλυπτικής και ένα από τα σημαντικότερα δημιουργήματα στην ιστορία της τέχνης. Όμως δεν ήμουν ο μοναδικός, το σύμπλεγμα της Παναγίας που κρατά στην αγκαλιά της το άψυχο σώμα του Εσταυρωμένου,  προσέλκυε στίφη τουριστών από κάθε φυλή της γης που συνωστίζονταν γύρω του κραδαίνοντας φωτογραφικές μηχανές και βιντεοκάμερες. Έπρεπε να περιμένω. Βρισκόμασταν στο τέλος μιας μεγάλης ουράς και προς το παρόν το μόνο που μπορούσα να διακρίνω ήταν πλάτες, παρδαλά πουκάμισα, γελοία καπέλα για τον ήλιο. Είμαι κοντός, πολύ κοντός, καθισμένος στο αμαξίδιο φαίνομαι ακόμα κοντύτερος, σχεδόν νάνος, και αυτή η σμίκρυνση, σε συνδυασμό με την περιορισμένη ορατότητα αλλά και την μεγαλοσύνη του χώρου, μου υπενθύμιζαν την ασημαντότητά μου και επέτειναν τη δυσθυμία μου. Δεν αισθανόμουν καλά, στο μυαλό μου κυοφορούνταν ήδη σκέψεις ανόσιες που προσπαθούσα ν’ αποδιώξω μετά βδελυγμίας.

Σπρώχνοντας και σπρωχνόμενοι πορευόμασταν προς τον προορισμό μας με βήμα σημειωτόν  όταν ξαφνικά το πλήθος αραίωσε και αντικρύσαμε το αριστούργημα από απόσταση ασφαλείας. Εκτίθεται δεξιά της κυρίας εισόδου, επιδεικτικά υπερυψωμένο στο βάθρο του και τοποθετημένο πίσω από έναν αλεξίσφαιρο υαλοπίνακα. Δεν επιτρέπεται στον ρέκτη να πλησιάσει περισσότερο· τα μέτρα προστασίας κρίθηκαν απαραίτητα μετά τον βανδαλισμό του 1972, τότε που ένας ψυχικά διαταραγμένος γεωλόγος επιτέθηκε στο άγαλμα της Παρθένου με ένα σφυρί κραυγάζοντας «Είμαι ο Ιησούς Χριστός, αναστηθείς εκ νεκρών!» Από τα πλήγματα καταστράφηκε ο αριστερός βραχίονας, η μύτη και το μάτι της γυναικείας μορφής· η αποκατάσταση της ζημιάς έγινε με τα ίδια τα θραύσματα του μαρμάρου και σήμερα κανένα ίχνος εκείνης της παρανοϊκής πράξης δεν διακρίνεται, όσο προσεκτικά κι αν παρατηρήσει κάποιος το γλυπτό.

Ενώ όμως συλλογιζόμουν ετούτες τις ακαδημαϊκές πληροφορίες που είχα αποστηθίσει από τον τουριστικό οδηγό και τις εγκυκλοπαίδειες, ο δαίμονας έκανε απροειδοποίητα την εμφάνισή του. Προσδοκούσα, κάπως μαξιμαλιστικά, να γίνω κοινωνός της έμπνευσης του καλλιτέχνη τη στιγμή που οραματιζόταν το έργο του, ή έστω, να νιώσω το ρίγος του ιδανικού κι ανάξιου εραστή ενώπιον του αντικειμένου του πόθου του, αντ’ αυτών όμως με κατέλαβε η ίδια λυσσαλέα μανία που όπλισε το χέρι του παράφρονα. Κάποιο σκανδαλώδες λάθος υπήρχε στο γλυπτό και δεν εντοπιζόταν μονάχα στις αναλογίες. Πού ήταν το πένθος της μάνας για τον χαμό τον άδικο του γιου της; Γιατί ο γλύπτης είχε απεικονίσει την Παναγία σαν έφηβο κόρη και όχι με τη μορφή μιας μεσόκοπης γυναίκας; Γιατί σμίλεψε το πρόσωπο και το κορμί της με τέτοιον απροκάλυπτο αισθησιασμό; Ως και η ρώγα του μαστού διακρίνεται κάτω από τις πτυχές του ενδύματος. Γιατί το πρόσωπο του νεκρού απέπνεε ετούτη την ουράνια γαλήνη, σαν να μην είχε διόλου υποφέρει πριν πεθάνει; Αυτή η απόκοσμη ωραιότητα στεκόταν εκεί προκλητική κι αγέρωχη σαν να περιφρονούσε τα πάθη των ανθρώπων. Της άξιζε να καταστραφεί, να υποστεί κι η ίδια τα δεινά που ξόρκιζε, τα γηρατειά, τη φθορά του σώματος, την αγωνία του θανάτου, την αποσύνθεση της ύλης, ώστε να πάψει επιτέλους η καλλιτεχνική μεγαλοφυία να περιγελά την ατέλεια της πλάσης!

Οι σκέψεις μου με ντρόπιαζαν, σε κανέναν δεν θα τολμούσα να τις εκφράσω κι ωστόσο ούτε να τις αποδιώξω κατόρθωνα, είχαν ριζώσει μέσα μου κι αυτή τους η επιμονή ερέθιζε την οργή μου. Αλίμονο όμως! Η κακία μου είναι θρασύδειλη κι ανήμπορη, σπάνια εκδηλώνεται με έργα. Δεν θα όπλιζε το χέρι μου με το σφυρί του βανδάλου, το πολύ-πολύ να εκτονωνόταν με κάποια συμβολική χειρονομία διακωμώδησης. Μια ιεροσυλία εντός του καθαγιασμένου χώρου· τέτοια ήταν η πιο ακραία αντίδραση που θα μπορούσα να φανταστώ. Θα μου παρουσιαζόταν όμως η κατάλληλη ευκαιρία;

Τελειώνοντας την ξενάγηση, πήραμε τον δρόμο προς την έξοδο. Παρατήρησα τότε πως κατά μήκος του κλίτους ήταν τοποθετημένα στη σειρά ξύλινα εξομολογητήρια περίπου στο μέγεθος τηλεφωνικού θαλάμου· μια πινακίδα στην είσοδο διευκρίνιζε σε ποια γλώσσα γινόταν η εξομολόγηση: Αγγλικά, Γαλλικά, Ιταλικά, Ισπανικά, Γερμανικά. «Θέλω να εξομολογηθώ», είπα στον αδερφό μου. Με κοίταξε σαν να ’μουνα τρελός μα δεν μου αρνήθηκε τη χάρη. Στην πραγματικότητα δεν επιθυμούσα να εξομολογηθώ αλλά να σκανδαλίσω. Να σοκάρω τον ιερέα με την εξιστόρηση αμαρτημάτων, σαρκικών κυρίως, αληθινών και επινοημένων, να επιδείξω την ασέλγεια και την ξεδιαντροπιά μου. Όπερ κι εγένετο. «I have sinned father»… Αφηγήθηκα ιστορίες λαγνείας όπου οι αναμνήσεις συγχέονταν με τις φαντασιώσεις και μεγαλοποιώντας, ως συνήθως, λεπτομέρειες που θα μπορούσαν να προκαλέσουν, ωστόσο η αντίδραση του γηραιού ιερωμένου δεν ήταν αυτή που περίμενα. Με άκουσε βαριεστημένα και χωρίς παρεμβολές που να μαρτυρούν κάποιο ιδιαίτερο ενδιαφέρον· στα τόσα χρόνια που ασκούσε το λειτούργημα του εξομολογητή, σίγουρα θα είχαν περιέλθει εις γνώσιν του απείρως απεχθέστερα κακουργήματα και πια τίποτα δεν του έκανε εντύπωση. Μου έδωσε άφεση αμαρτιών και με ξαπόστειλε βιαστικά στην ευχή του Κυρίου· οι αμαρτωλοί περίμεναν κι αυτοί στην ουρά, όπως και οι τουρίστες. Έφυγα απ’ τον ναό εξοργισμένος με τους πάντες και τα πάντα, με τη σιωπή του Θεού, την αδιαφορία των λειτουργών του, το ταλέντο του δημιουργού που χλεύαζε τη μετριότητά μου, μα πάνω απ’ όλα με τον ίδιο μου τον εαυτό που, ακόμα και μέσα σ’ ένα μνημείο του πολιτισμού προορισμένο να εξυψώνει τις ψυχές των ανθρώπων, είχε φανεί για πολλοστή φορά, τόσο πρόστυχος και χυδαίος.

Επιστρέφοντας στην Αθήνα, η επιθυμία της βεβήλωσης είχε αποκρυσταλλωθεί σε έμμονη ιδέα και όπως όλες οι επιθυμίες, έτσι κι αυτή είχε όψη τριγωνική. Η ιεροσυλία, ο βανδαλισμός της ομορφιάς και η λαγνεία αποτελούσαν τις τρεις πλευρές της πυραμίδας και είχα ήδη αρχίσει να φαντασιώνομαι και να σκηνοθετώ τη μία και μόνη πράξη που θα τις συνένωνε. Μου έλειπε ωστόσο η πρωτοτυπία, οι μετριότητες μιμούνται, οι ατάλαντοι αντιγράφουν, ή μήπως τα γραπτά του μαρκησίου δεν βρίθουν παρόμοιων περιγραφών βεβήλωσης θρησκευτικών συμβόλων; Φυσικά θα ήταν μια «τελετή» σαφώς μικρότερης κλίμακας από τους εφιάλτες που με ταλάνισαν στο εσωτερικό του καθεδρικού ναού, μια ιδιωτική παράσταση ταιριαστή με την ύπουλη κρυψίνοιά μου. Κανείς δεν επρόκειτο να την πληροφορηθεί εκτός της συνεργού μου…

Για συνέταιρο στο έγκλημα κατέληξα στην Σύνθια· επιλογή ορθολογική κι ας αποδείχθηκε εκ των υστέρων λανθασμένη. Μη δεν ήταν η πιο έκφυλη πόρνη που είχα γνωρίσει σ’ αυτά τα είκοσι χρόνια που επιδιδόμουν συστηματικά στην ακολασία, η μοναδική που δεν μου είχε αρνηθεί ποτέ ό,τι κι αν της ζήτησα, όσο εκκεντρικό κι αν ήταν; Θεώρησα λοιπόν δεδομένη τη σύμπραξή της, ήμουν άλλωστε βέβαιος ότι θα είχε ικανοποιήσει και πιο διεστραμμένα βίτσια. Δεν ήταν δα και κάτι τόσο τρομερό εκείνο που απαιτούσα, κι εξάλλου με ελάχιστο επιπλέον κόπο θα κέρδιζε τα διπλάσια χρήματα. Ούτε και θα έβλαπτε κανέναν η βεβήλωση μιας αγιογραφίας. Μια ακόμη παραξενιά, τίποτα παραπάνω.

Η εικόνα του Αρχάγγελου Μιχαήλ που προοριζόταν για την ανόσια μαγαρισιά, κοσμούσε το υπνοδωμάτιο των γονιών μου, κληρονομιά της μακαρίτισσας της νονάς μου, οικογενειακό κειμήλιο απ’ τη Μικρά Ασία. Δεν πληρούσε ακριβώς τις προδιαγραφές της ιδεοληψίας μου: δεν την έβρισκα πραγματικά ωραία, ούτε και με συγκινούσε αισθητικά, η παλαιότητά της ωστόσο αντιστάθμιζε τις ατέλειες της τεχνικής του ανώνυμου αγιογράφου και της προσέδιδε επιπλέον συναισθηματική αξία. Δεν ήταν το ιδανικό λάφυρο αλλά ό,τι κοντινότερο μπορούσε να βρεθεί υπό τις παρούσες συνθήκες.

Όμως η παράσταση δεν εξελίχθηκε όπως είχα σχεδιάσει. Στο άκουσμα της εξωφρενικής μου επιθυμίας, η εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή γούρλωσε τα μάτια με αποτροπιασμό και αρνήθηκε κατηγορηματικά να συναινέσει. Μάταια επιχείρησα να τη δελεάσω προσφέροντάς της τα διπλά και τριπλά αργύρια· κάθε νέα προσφορά, αντί να εισενέγκη αυτήν εις πειρασμόν, χαλύβδωνε την απόρριψή της. Ώσπου στο τέλος μου άρπαξε την εικόνα απ’ τα χέρια και την κλείδωσε μέσα στη ντουλάπα, «Για να μην βλέπει ο Άγιος τις βρομιές μας». Η αντίστασή της μ’ εξαγρίωσε, η μνησικακία μου που μέχρι τότε στρεφόταν εναντίον του Θεού που μ’ είχε αδικήσει, άλλαξε μονομιάς κατεύθυνση και την έβαλε στο στόχαστρο. Με κυρίευσε η παρόρμηση να της φερθώ με σκληρότητα, να την ταπεινώσω, να την εξευτελίσω, να την κάνω να αισθανθεί άσχημα τιμωρώντας την για την απείθειά της.

Παραδόξως, ανέχτηκε την αναίτια τιμωρία της με μεγαλύτερη δεκτικότητα, ίσως και με κάποια κρυφή απόλαυση. Μου επέτρεψε μάλιστα να την χύσω στο πρόσωπο κι έπειτα πασάλειψε από μόνη της το σπέρμα στα μάγουλά της σαν να ’ταν μέικ απ· ο εξευτελισμός ενός θρησκευτικού συμβόλου τής ήταν, φαίνεται, πιο οδυνηρός από τον εξευτελισμό του ίδιου της του εαυτού. Την οδήγησα μπροστά στον καθρέφτη και της έδειξα το είδωλό της, την θεσπέσια ομορφιά της κηλιδωμένη από τις εκκρίσεις της λαγνείας μου. «Αυτή είσαι, πουτάνα!» Χαμογέλασε μ’ ένα μελαγχολικό μειδίαμα, έτρεξε στο μπάνιο, ξεπλύθηκε, ντύθηκε, πήρε τη συμφωνημένη αμοιβή για τις υπηρεσίες της κι αποχώρησε μέσα στη νύχτα.

Δεν την ξανάδα έκτοτε. Μια βδομάδα αργότερα, όταν, μετανοημένος για τη συμπεριφορά μου, την κάλεσα στο τηλέφωνο για να ξαναβρεθούμε, μου ανακοίνωσε τελεσίδικα ότι με είχε διαγράψει από το πελατολόγιό της. «Μα γιατί;» τόλμησα να ρωτήσω αν και γνώριζα ήδη την απάντηση που δεν έλαβα ποτέ· μου το έκλεισε χωρίς καν να με αποχαιρετίσει.

Σκύλιασα! Μια πόρνη μού είχε δώσει ένα μάθημα ηθικής που ο εγωισμός μου δεν μου επέτρεπε ν’ αφομοιώσω. Αυτή κι αν ήταν ταπείνωση! Κανονικά θα έπρεπε να ντρέπομαι, η ντροπή όμως είναι συναίσθημα επαναστατικό, σε κάνει να θέλεις ν’ αλλάξεις εαυτό, να γίνεις κάποιος άλλος. Μου δόθηκε τότε η ευκαιρία και την κλότσησα. Θα μπορούσα να εξελιχθώ κι εγώ σαν κι εκείνους τους μετανοημένους αμαρτωλούς του Ντοστογιέφσκι που εξιλεώνονται διαμέσου του μαρτυρίου και της θυσίας προσεγγίζοντας μέσα από δρόμους πολυδαίδαλους και αδιέξοδους την ουσία της αγιότητας. Φευ! Δεν ήμουν πλασμένος από τέτοια πάστα. Αντί μετανοίας, παραδόθηκα ολοκληρωτικά στις εμμονές μου: Θα πραγματοποιούσα τη φαντασίωσή μου όσα χρόνια κι αν περνούσαν, όποιο κι αν ήταν το τίμημα που θα χρειαζόταν να καταβάλω. Επέλεξα έτσι την κακία μου σαν μέρος του εαυτού μου, έκανα μάλιστα τη σκέψη ότι η πραγματική κακία δεν έγκειται στην ίδια την πράξη καθαυτή, αλλά στην εκ των υστέρων επικύρωσή της από την ένοχη συνείδηση.

Τέρμα λοιπόν τα ελαφρυντικά κι οι δικαιολογίες. Ναι, τ’ ομολογώ. Είμαι ένας άνθρωπος άρρωστος… Ένας κακός άνθρωπος. Άνθρωπος αποκρουστικός. Νομίζω ότι πάσχω από το συκώτι μου. Αλλά δεν φταίει αυτό. Ούτε η δυσκοιλιότητα ή η αναπηρία. Κάτι άλλο. Τι; δεν ξέρω…