Παραλίγο. Γλίτωσα απ’ τα νύχια των Συμμάχων, των κεφαλοκυνηγών και των πρακτόρων της Μοσάντ και λίγο έλειψε να με συλλάβει ένας της τροχαίας. Επειδή ένας μεθύστακας παραβίασε το Στοπ κι έπεσε πάνω μου με το φορτηγάκι του, αν είναι ποτέ δυνατόν! Κι όχι πως ήταν και κανένα σοβαρό ατύχημα, ούτε γρατζουνιά δεν έπαθα, ευτυχώς, και η ζημιά μικρή, μόνο ο προφυλακτήρας και το φανάρι πίσω δεξιά. Έτοιμος ήμουνα να σηκωθώ να φύγω, πρόλαβε όμως εκείνος κι ειδοποίησε την αστυνομία. Εξακρίβωση στοιχείων. Δείχνω την άδεια οδήγησης στον αστυνομικό, τη βλέπει με καχυποψία, κοιτούσε μια εμένα, μια τη φωτογραφία. Ονοματεπώνυμο; με ρωτά. Βόλφγκανγκ Γκέρχαρντ, απαντώ. Μα… εδώ γράφει Δρ. Φάουστο Ριντόν. Ναι, κι αυτός είμαι. Κι άλλοι πολλοί. Ο Φριτς Ούλμαν, ο Φριτς Χόλμαν, ο Χέλμουτ Γκρέγκορ, ο Φρανσίσκο Φίσερ, ο Χοσί Άλβερς Ασπιάτσου. Ξεχνάω κανέναν; Μπορεί, μπερδεύεται ο άνθρωπος όταν γερνάει, πού να τους θυμάμαι όλους; Με συγχωρείτε κύριε αστυνόμε, σάστισα για μια στιγμή, ήταν δυνατό το σοκ, δεν έχω συνέλθει ακόμα απ’ το τρακάρισμα. Μα και βέβαια γιατρέ, σας καταλαβαίνω. Μήπως θα ήταν καλύτερα να πηγαίνατε στο νοσοκομείο; Όχι! Όχι νοσοκομείο, δεν μου χρειάζεται, δεν τ’ αντέχω τα νοσοκομεία, δεν εμπιστεύομαι τους γιατρούς, έχω άσχημες αναμνήσεις. Κατέγραψε τα στοιχεία μας στο μπλοκάκι του, με άφησε να φύγω. Αν ήξερε ποιος ήμουνα… Μα μόνο εγώ το ξέρω.
Αυτή είναι η κατάρα μου, να έχω εκατό ονόματα μα εαυτό κανέναν. Να πρέπει να κρύβομαι σαν να ’μουνα κοινός εγκληματίας. Να μου απαγορεύεται να διεκδικήσω τα όσα μου ανήκουν. Ν’ απολογούμαι για πράξεις που αν ήταν διαφορετική η έκβαση του πολέμου, σήμερα θα μου χάριζαν δόξα και τιμή. Αν είχαμε βγει νικητές απ’ την δοκιμασία, τώρα θα ήμουν καθηγητής πανεπιστημίου, ακαδημαϊκός, ίσως να μου είχε απονεμηθεί και το βραβείο Νόμπελ για τις έρευνές μου. Βρισκόμασταν στο κατώφλι ιστορικών επιστημονικών ανακαλύψεων, κύριε αστυνόμε μου. Λίγο ακόμη και θα τα είχαμε καταφέρει, μια νέα γενιά υπεράνθρωπων Αρίων θα είχε δημιουργηθεί απ’ τα πειράματά μας, αίμα καθαρό και υγιές που θα εξάγνιζε την ανθρωπότητα από το μίασμα της φυλετικής επιμειξίας. Όμως ο πόλεμος χάθηκε κι αντί της αναγνώρισης, με περίμεναν επικηρύξεις, διώξεις, καταδίκες. Το έργο μου περιφρονήθηκε και πετάχτηκε στα σκουπίδια, με χίλιους δυο κινδύνους μπόρεσα να σώσω μέρος των αρχείων μου σε ασφαλή κρυψώνα. Σήμερα οι εκπρόσωποι της παρηκμασμένης επιστήμης το λοιδορούν και το απαξιώνουν, θα έλθει όμως κάποτε η στιγμή που η αξία του θ’ αναγνωριστεί και θα πάρει την περίοπτη θέση που του ανήκει ανάμεσα στα επιτεύγματα των πρωτοπόρων.
Αχ! Πώς να μη νοσταλγώ το παρελθόν! Αφού ακόμα κι αυτό μου το αρνούνται. Κι οι πιο ταπεινοί άνθρωποι έχουνε παρελθόν, όλοι εκτός από μένα. Μιλούν στους φίλους τους για τις σπουδές τους, για τη θητεία τους στον στρατό, για την επαγγελματική τους σταδιοδρομία. Μόνο εγώ δεν επιτρέπεται. Όταν με ρωτούν, αναγκάζομαι να λέω ψέματα, να εφευρίσκω κάθε φορά κι απ’ την αρχή μια καινούρια βιογραφία. Γίνομαι αγρότης, γεωργός, γαιοκτήμονας, έμπορος, παιδίατρος, οτιδήποτε εκτός από κείνο που ήμουν κάποτε, τον καιρό της ακμής μου. Τότε που στο άκουσμα και μόνο του ονόματός μου στέκονταν όλοι προσοχή και περίμεναν με δέος την ετυμηγορία μου, λες και δεν ήμουν ένας απλός θνητός μα ο Θεός ο ίδιος, με εξουσία απεριόριστη πάνω στους πιστούς του. Τότε που έβλεπα στα μάτια των υπάνθρωπων να καθρεφτίζεται ο τρόμος και δίπλωναν στα δύο δουλικά εμπρός στο πέρασμά μου. Πώς πέρασαν οι μέρες εκείνες! Σαν όνειρο τις θυμάμαι! Sic transit gloria mundi!
Όμως δεν μετανιώνω, υπηρέτησα πιστά το Ράιχ και την επιστήμη, τους αφιέρωσα ολόκληρη τη ζωή μου. Δεν ντρέπομαι για τίποτα απ’ όσα έκανα, αν μπορούσα να γυρίσω τον χρόνο πίσω, την ίδια διαδρομή στην οδό του καθήκοντος θ’ ακολουθούσα πάλι. Εκείνο που με στενοχωρεί είναι πως δεν με καταλαβαίνουν. Πώς να εξηγήσω σ’ έναν νεότερο που δεν γνώρισε τίποτα απ’ όσα έζησε η γενιά μου; Ακόμα κι ο ίδιος μου ο γιος με βλέπει σαν να ’μουν τέρας. Έχουν φροντίσει άλλοι γι’ αυτό, στο πρόσωπό μου βρήκανε τον ιδανικό αποδιοπομπαίο τράγο. Τόσες και τόσες δήθεν μαρτυρίες είδαν το φως της δημοσιότητας τα τελευταία χρόνια· ψεύτικες οι περισσότερες μα ποιος δίνει σημασία; Οι πάντες εμφανίζονται πρόθυμοι να πιστέψουν τους επιζήσαντες κι ας λένε παραμύθια. Ο Άγγελος του θανάτου; Ναι, αυτός ήτανε! βεβαιώνουν ομόφωνα δείχνοντας φωτογραφίες αλλωνών, λες κι όλες οι διαλογές γίνονταν αποκλειστικά από μένα και κανέναν άλλον, θαρρείς και ήταν δυνατόν ένας και μοναδικός άνδρας να βρίσκεται διαρκώς στον σταθμό των τρένων πίσω απ’ το τραπεζάκι του εξεταστή. Το ανθρωπόμορφο κτήνος που μ’ ένα νεύμα του αντίχειρα τους έστελνε στη ζωή ή τον θάνατο· θυμούνται όμως μόνο την αριστερόστροφη κίνηση του δακτύλου, ποτέ την δεξιόστροφη. Αλλά αν ήμουν όντως ο υπέρτατος κριτής, ο Μίνωας, ο Ραδάμανθυς κι ο Αιακός μαζί, όπως ισχυρίζονται, τότε κανονικά οι άνθρωποι αυτοί θα έπρεπε να μου χρωστούν ευγνωμοσύνη που τους έκρινα ικανούς για εργασία.. Ήταν το καλύτερο που μπορούσα να κάνω για χάρη τους δίχως να παραβώ τους όρκους που έδωσα στην πατρίδα και τον Φύρερ. Άλλο τίποτα δεν περνούσε απ’ το χέρι μου. Δεν δημιούργησα εγώ τα στρατόπεδα, όταν μετατέθηκα εκεί λειτουργούσαν ήδη από χρόνια. Ένα γρανάζι της μηχανής ήμουνα, όχι κάτι παραπάνω.
Γι’ αυτό ώρες-ώρες εύχομαι, κύριε αστυνόμε μου, να με είχατε συλλάβει. Να οδηγηθώ στο ακροατήριο, ενώπιον της δικαιοσύνης, εάν είναι ο μόνος τρόπος να ακουστεί η φωνή μου. Όλοι δεν έχουν το δικαίωμα της απολογίας; Το τεκμήριο της αθωότητας για όλους δεν ισχύει; Γιατί όχι και για μένα; Επειδή μ’ έχετε ήδη καταδικάσει ερήμην; Είμαι γέρος κι άρρωστος πια, πολύς καιρός δεν μου μένει, ν’ αποκαταστήσω τ’ όνομά μου πριν πεθάνω, άλλη επιθυμία δεν έχω. Όμως όχι! Δεν πρόκειται να σας κάνω το χατίρι να με δείτε κρεμασμένο μετά από μια δίκη-παρωδία! Να αισθανθείτε δικαιωμένοι για την τιμωρία του Κακού, να πάτε για ύπνο ήσυχοι και εφησυχασμένοι· τέτοια χαρά δεν θα σας δώσω. Ψάξε-ψάξε κύριε αστυνόμε μου, δεν θα με βρεις.
Τέτοια γράφω στις επιστολές που στέλνω στον γιο μου, τα ίδια του απάντησα τη μία και μοναδική φορά που τον αντίκρυσα πρόσωπο με πρόσωπο. Δεν εννοώ να τον χάσω κι αυτόν όπως έχασα τ’ όνομα και την ταυτότητά μου, του λέω εκείνα που θα ήθελε ν’ ακούσει κι ας μην είναι ολόκληρη η αλήθεια. Μα νιώθω πως δεν τον πείθω, είναι διαβρωμένος απ’ τα ψέματα του δήθεν ουμανισμού της μαλθακής εποχής μας. Αρνείται να αποδεχτεί ότι ο αληθινός ανθρωπισμός είναι σκληρός και ανελέητος σαν τον χειρουργό που ακρωτηριάζει το μολυσμένο μέλος του σώματος για να προφυλάξει τον υπόλοιπο οργανισμό από την προϊούσα σήψη. Γιατί έρχονται στιγμές που το συμφέρον της ανθρωπότητας επιβάλλει την θυσία των ολίγων για να σωθούν οι πολλοί· είναι οι νόμοι της ευγονικής και της φυσικής επιλογής που υπηρετούμε. Θυμώνει όταν τ’ ακούει, με απειλεί ότι θ’ αλλάξει επώνυμο, να μην έχει πια καμιά σχέση μαζί μου. Διστάζει όμως, το ξανασκέφτεται, το αναβάλλει, ο καθένας χρειάζεται έναν πατέρα κι ας μη νιώθει περήφανος για κείνον. Έναν πατέρα να τον λιθοβολεί όπως αυτός εμένα. Παιδιά δικά του πάντως, λέει, δεν πρόκειται ν’ αποκτήσει· γιατί να επωμισθούν οι απόγονοι το βάρος της ενοχής;
Κι έτσι τ’ όνομά μου δεν θα ’χει συνέχεια. Ούτε πάνω στον τάφο μου δεν θα χαραχθεί, με ψευδώνυμο θα με θάψουν, ένα απ’ τα δεκάδες που αναγράφονται στα διαβατήριά μου. Αυτή όμως θα είναι η κατάρα σας· και η εκδίκησή μου. Γιατί έτσι γίνομαι αθάνατος! Θα με αναζητάτε σε κάθε γωνιά της γης ακόμα κι όταν θα έχω πια πεθάνει· πουθενά δεν θα με βρίσκετε μα εγώ θα βρίσκομαι παντού, σαν φάντασμα που κάθε νύχτα επανέρχεται για να στοιχειώσει τον ανήσυχο ύπνο σας ψιθυρίζοντάς σας στο αυτί την άβολη αλήθεια. Ότι το τέρας που μισείτε και φοβόσαστε έχει ανθρώπινο πρόσωπο που μοιάζει του δικού σας.
Σχoλιάστε