Ο νονός. Έτσι τον αποκαλούσαν οι πάντες στο σόι, ακόμα κι εκείνοι που δεν τους είχε βαφτίσει. Δεν ήταν και πολλοί άλλωστε, αφού μας είχε βαφτίσει σχεδόν όλους, είχε παντρέψει πρώτα τον παππού με την γιαγιά και μετά βάφτισε τα παιδιά τους και τα παιδιά των παιδιών τους. Παρόλο που ο ίδιος ήταν αμετανόητα άθεος και αθεόφοβος, εντούτοις κάθε φορά που στην οικογένεια προστίθετο ένα νέο μέλος, επέμενε πεισματικά να γίνει ο πνευματικός του πατέρας· γάμοι και βαφτίσια ήταν οι μόνες αφορμές που τον έκαναν να πατάει το πόδι του στην εκκλησία· στις κηδείες στεκόταν απ’ έξω. Θαρρείς και με τις κουμπαριές αυτές πάσχιζε να στεριώσει και να συσφίξει κάποιου είδους οικογενειακούς δεσμούς που θα αναπλήρωναν την οικογένεια που δεν είχε. Γιατί ο νονός δεν παντρεύτηκε ποτέ, κι ούτε κι απέκτησε δικά του παιδιά, και με το μοναδικό πρόσωπο με το οποίο τον συνέδεε συγγένεια εξ αίματος κι όχι εξ αγχιστείας, την αδελφή του, ήταν από χρόνια μαλωμένος και ούτε που μιλιόντουσαν, εξαιτίας μιας παλιάς διαμάχης για τα πολιτικά που είχε με τον σύζυγό της και που οδήγησε τους δύο άντρες να έρθουνε στα χέρια.
Άκληρος, ανέστιος και αποσυνάγωγος, ο νονός δύο «θεούς» προσκυνούσε στη ζωή του: το Κόμμα και τον Ολυμπιακό. Χρώμα, Κόμμα και Ομάδα ένα, ο αστεϊσμός είχε πάρει με τα χρόνια την θέση motto στη σκέψη του. Κι αν από το ποδόσφαιρο ο ηλικιωμένος πια άντρας είχε γευτεί ουκ ολίγες χαρές, το Κόμμα μόνο φαρμάκια τον πότιζε σ’ αυτόν τον μισό αιώνα που το υπηρετούσε. Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι το ένα τρίτο σχεδόν του βίου του ο νονός το πέρασε σε εξορίες και φυλακές ή στην παρανομία: 4 χρόνια εξόριστος επί Μεταξά, άλλα τόσα κρυμμένος επί Κατοχής, 6 χρόνια Μακρόνησος κι άλλα δύο Ικαρία, στη Γιάρο συμπλήρωσε το βιογραφικό του επί Επταετίας. 4+4+6+2+7= 23· το άθροισμα μιας αφαίρεσης, τα χρόνια που του κλέψαν.
Τώρα, στην έβδομη δεκαετία της ζωής του, συνταξιούχος πια κι αποδιωγμένος από το σπίτι της αδερφής του, ο νονός βρήκε καταφύγιο στους κουμπάρους του που τον φιλοξενούσαν προσωρινά μέχρι να βρεθεί μια μονιμότερη λύση. Αλλά επειδή ουδέν μονιμότερο του προσωρινού, η αναγκαστική αυτή συγκατοίκηση κατέληξε να κρατάει κοντά δεκαετία, κι ας μην ήταν πάντοτε ανέφελη. Τον θυμάμαι μικρό παιδί, να κάθεται τις Κυριακές με τ’ αυτί κολλημένο στο ραδιόφωνο ν’ ακούει τους αγώνες, η φωνή του Αντώνη Πηλιαρού τον καλούσε με δύναμη υπνωτιστική όπως του μουεζίνη. Στο τραπέζι της κουζίνας άπλωνε το Φως και τον Κυριακάτικο Ριζοσπάστη, στα αργασμένα χέρια του, παλάμες και δάχτυλα χαμάλη, κρατούσε πάντοτε σφιχτά το δελτίο ΠΡΟΠΟ. Το τρίτο πάθος του ήταν αυτό, μετά τον Θρύλο και το Κόμμα, το κυνήγι της τύχης. Παρόλο που εκείνη διαρκώς του έστρεφε επιδεικτικά την πλάτη, ο νονός εξακολουθούσε να την παίρνει ικέτης στο κατόπι ελπίζοντας πως μια μέρα θα γυρνούσε να του χαμογελάσει. Ό,τι περίσσευε απ’ το μηνιάτικο, το ξόδευε στο ΠΡΟΠΟ και στα λαχεία. Ποτέ του δεν έπιασε παραπάνω από τα λήγοντα ή από εντεκάρι· ήταν ν’ απορείς που ένας άνθρωπος ο οποίος όλη την ημέρα ασχολούνταν με το ποδόσφαιρο, έπεφτε συνεχώς τόσο έξω στα προγνωστικά του· να ήταν άραγε κι αυτή μία ένδειξη της τάσης του να βρίσκεται με το μέρος των ηττημένων και να υπερασπίζεται χαμένες υποθέσεις; Ας είναι, δεν το ‘βαζε κάτω, τουλάχιστον ο Ολυμπιακός σάρωνε τα πρωταθλήματα κι όσο για το Κόμμα; πάλι με χρόνους με καιρούς, πάλι δικά μας θα ‘ναι.
⁂
Έπαιζε Ολυμπιακός-Παναθηναϊκός, το ντέρμπι των αιωνίων.
- Νονέ, έρχεσαι την Κυριακή στο γήπεδο μαζί μας; Ωραία θα ‘ναι.
- Εγώ; Στο γήπεδο; Μπα, θα τ’ ακούσω απ’ το ραδιόφωνο, καλύτερα.
- Ε, δεν είναι το ίδιο το ραδιόφωνο με το να είσαι μέσα! Άμα δεν δεις με τα μάτια σου, δεν καταλαβαίνεις το παιχνίδι. Άσε πια την ατμόσφαιρα! Η μέρα με τη νύχτα!
- Να μου λείπει το βύσσινο! Να πάτε εσείς ωρέ μούσμουλα, κι εμένα να μ’ αφήσετε εδώ που κάθομαι, στην ησυχία μου. Να, πάρτε τα αυτά, σας κάνω εγώ τα εισιτήρια. Άιντε και με τη νίκη!
- Μα καλά βρε νονέ, τόσα χρόνια βαμμένος Ολυμπιακάρα, να μην έχεις πάει μια φορά στο γήπεδο να δεις την ομάδα, επιτρέπεται;
- Πώς δεν έχω πάει;! Μια φορά πήγα. Πριν από χρόνια. Μου φτάνει και μου παραφτάνει.
⁂
Ήταν τότε με την αμνηστία του γέρου Παπανδρέου, πριν τα Ιουλιανά και την Αποστασία. Ένα σύντομο μεσοδιάστημα ελευθερίας ανάμεσα σε δύο πολύχρονες εξορίες. Άρτι απολυθείς, προσπαθούσε να προσαρμοστεί στη ζωή του πολίτη μα δεν του ήταν εύκολος ο συγχρωτισμός με τους ανθρώπους, τόσα χρόνια στα ξερονήσια, είχε ξεμάθει πώς να φέρεται και τους καλούς του τρόπους. Άγνωστος μεταξύ αγνώστων, αισθανόταν εντούτοις έντονη την ανάγκη κάπου να ανήκει, κι ίσως γι’ αυτό και δεν αμφισβήτησε ποτέ τη γραμμή του Κόμματος, ακόμα κι όταν έβλεπε ολοκάθαρα τις παλινωδίες και τα λάθη της, αν τον διέγραφαν κι από κει, δεν θα ‘χε πού να πάει. Ακολουθούσε λοιπόν πειθήνια, πρόβατο στο κοπάδι. Το ίδιο συνέβη και με το γήπεδο, τον έπεισε η παρέα, κατά βάθος εκείνος δεν ήθελε να πάει. Αλλά λέγε-λέγε τον κατάφεραν, Έλα ρε Μήτσο, μη μας το χαλάς τώρα, κάνε μας το χατίρι. Τελικός Κυπέλλου! Το ματς της χρονιάς! Έλα και δεν θα μετανιώσεις. Θα περάσουμε ωραία, θα δεις, κι εσένα θα σ’ αρέσει.
Και πράγματι, στην αρχή ωραία ήτανε. Ήρθαν και τον πήρανε από το καφενείο, μια ώρα ποδαρόδρομος ως του Καραϊσκάκη. Ξεκίνησε διστακτικός αλλά σιγά-σιγά χαλάρωσε κι άρχισε να το διασκεδάζει. Του αγόρασαν οι φίλοι του ερυθρόλευκο κασκόλ, του το φόρεσαν γύρω απ’ τον λαιμό, του δώσανε και να κρατά μια πλαστική σημαία. Είχε να κρατήσει σημαία απ’ τα Δεκεμβριανά, την ανέμιζε πέρα-δώθε με ζήλο, ποιος ξέρει όμως πού να ταξίδευε ο νους του; Στην αρχή ήταν όλοι τους επιφυλακτικοί στις προβλέψεις τους για το αποτέλεσμα, ισχυρός ο αντίπαλος, φαβορί για τους στοιχηματατζήδες. Όσο όμως πλησίαζαν προς το στάδιο, γίνονταν ολοένα και πιο αισιόδοξοι, ο ενθουσιασμός μεταδιδόταν από τον έναν στον άλλον, μέχρι κι ο Μήτσος έπιασε κάποια στιγμή τον εαυτό του να τραγουδά παράφωνα τον ύμνο της ομάδας. Ώσπου όταν έφτασαν στις πύλες του γηπέδου, ήταν πια απολύτως βέβαιοι ότι Τρία γκολάκια θα τους ρίξουμε! Το Κύπελλο δικό μας!
Καθίσανε στις θέσεις τους στριμωγμένοι σαν σαρδέλες, ο ήλιος να βαράει από ψηλά, ζέστη, ιδρώτας, οχλοβοή· του Μήτσου το κεφάλι έπιασε να βουίζει. Άρχισε να μη νιώθει και τόσο καλά και σαν να τον κατέλαβε μια παράλογη αγωνία, λες και από το αποτέλεσμα του αγώνα θα κρινόταν η ζωή του. Η παρέα του δεν φαινόταν ν’ αντιλαμβάνεται το παραμικρό, τα μάτια τους ήταν προσηλωμένα στον αγωνιστικό χώρο όπου οι δύο αντίπαλες ομάδες έκαναν την εμφάνισή τους εν μέσω αποδοκιμασιών και χειροκροτημάτων. Πανζουρλισμός! Εκείνος κοίταζε χωρίς να βλέπει, απ’ τα τυφλωμένα μάτια του και τα κουφά αυτιά του περνούσαν άλλες εικόνες και ήχοι, συλλαλητήριο, βράχια, πέτρες, κιγκλιδώματα, ουρλιαχτά. Ο διαιτητής σφύριξε και το παιχνίδι ξεκίνησε. Δεν είχαν περάσει ούτε πέντε λεπτά και ο Σιδέρης έστειλε την μπάλα στα δίχτυα! Σαν έκρηξη ηφαιστείου ακούστηκαν οι ουρανομήκεις ζητωκραυγές και ο Μήτσος βρέθηκε ξαφνικά στην αγκαλιά αγνώστων, να φιλιέται μαζί τους και να χοροπηδάει σαν μικρό παιδί στο προαύλιο του σχολείου. Για μια στιγμή ο ενθουσιασμός ήταν γνήσιος και ανυπόκριτος, τον έκανε να αισθάνεται επιτέλους ένα με την λαοθάλασσα, σταγόνα στον ωκεανό, μέλισσα στο μελίσσι. Όμως η ευδαιμονική ψευδαίσθηση δεν έμελλε να διαρκέσει. Στην αμέσως επόμενη φάση, ένας ποδοσφαιριστής των αντιπάλων δέχτηκε ένα σκληρό μαρκάρισμα από πίσω και βρέθηκε στο έδαφος σφαδάζοντας. Φάουλ! Ο διαιτητής σφύριξε ξανά και το παιχνίδι διακόπηκε. Ο τραυματίας είχε αίματα στο δεξί φρύδι απ’ την πτώση του και βαστούσε με τα δυο χέρια τον αστράγαλο που έμοιαζε εξαρθρωμένος. Ο όχλος ένθεν κι ένθεν αφηνίασε. Κόκκινη κάρτα ρε πουλημένε! Βγάλ’ τον έξω τον πούστη! Πήγε να τον σκοτώσει! Να του κόψει τη μπάλα! Ρε, θέατρο κάνει ο μπινές! Γαμώ τη μάνα του! Μπράβο ρε παιχταρά! Ρίξ’ του κι άλλες! Έτσι θέλουν αυτοί! Γκολ και ξύλο!
Μόνο ο Μήτσος δεν έβγαζε τσιμουδιά, η ανάσα του είχε κοπεί. Σαν να πονούσε κι ο δικός του αστράγαλος, λες και ήταν εκείνος που είχε δεχθεί την κλωτσιά. Ήταν ένας πόνος κατά φαντασίαν κι ωστόσο τόσο αληθινός, όπως τότε με την φάλαγγα. Ρε παιδιά, για ένα λεπτό, κατάφερε στο τέλος να ψελλίσει, ο άνθρωπος υποφέρει, χτύπησε, δεν το βλέπετε; Οι διπλανοί του τον κοίταξαν απορημένοι. Και λοιπόν; Βάζελος δεν είναι; Τι μας νοιάζει; Καλύτερα για μας! Ας παίξουνε με δέκα!
Αυτό ήταν! Ξαφνικά από τη μια στιγμή στην άλλη όλοι οι δεσμοί που τον συνέδεαν με τους διπλανούς του κόπηκαν μαχαίρι. Τι γύρευε εδώ; Με τους ανθρώπους αυτούς δεν είχε τίποτα το κοινό, κι ας υποστήριζαν την ίδια ομάδα. Χωρίς να πει κουβέντα, χωρίς ούτ’ ένα αντίο στην παρέα, σηκώθηκε απ’ τη θέση του και σπρώχνοντας όποιον έβρισκε μπροστά του κουτρουβάλησε τα σκαλιά γυρεύοντας την έξοδο. Σαν να τον κυνηγούσαν. Και μόνο όταν βρέθηκε έξω απ’ το αμφιθέατρο, μακριά απ’ τ’ αγριεμένο πλήθος, αισθάνθηκε να ξαναβρίσκει τον εαυτό του. Πήρε βαθιά ανάσα.
Από τότε δεν ξαναπάτησε σε γήπεδο. Στις διαδηλώσεις όμως πήγαινε μέχρι τα τελευταία του, γέρος με το μπαστούνι. Και φώναζε κι αυτός μαζί με τους άλλους, Θάνατος στον ιμπεριαλισμό! Θάνατος στους φασίστες! Δώστε τη Χούντα στον λαό!
Και στον Στάλιν όμως έμεινε πιστός ως το τέλος· δεν είχε κάνει τίποτα απ’ όσα τον κατηγορούσαν.
Σχoλιάστε