Στον αρχαίο μύθο ο λυράρης τραγουδοποιός κατέβηκε στον Άδη να ικετεύσει τους θεούς του Κάτω Κόσμου να του επιστρέψουν τη λατρεμένη του σύζυγο η οποία είχε πεθάνει από το ιοβόλο δήγμα ενός φιδιού. Και πράγματι, συγκινημένοι εκείνοι από τον σπαραγμό και την οδύνη του, συγκατένευσαν στο αίτημα του υπό έναν όμως όρο. Σε όλο το μακρύ ταξίδι της επιστροφής στον κόσμο των ζωντανών θνητών, δεν θα έπρεπε να της ρίξει ούτε ένα βλέμμα, διαφορετικά η νεκραναστημένη γυναίκα θα χανόταν και πάλι στο Βασίλειο των σκιών. Παρασυρμένος όμως από τα παρακάλια της και την αγάπη που της είχε, ο μουσουργός παραβίασε την υπόσχεσή του, γύρισε να την κοιτάξει και τότε εκείνη πέθανε ξανά και για πάντα.
Σκέφτομαι την αναλογία… Σκέφτομαι ότι τώρα όπως και τότε το πρόβλημα είναι η οικειότητα, ο εχθρός είναι η αγάπη, αντίπαλος η κοινωνικότητα που γεννιέται από την οικειότητα και την αγάπη.
Τον ιό τον κολλάς από τον φίλο, τον εραστή, την ερωμένη, τον αδελφό…
Τον ιό τον μεταδίδεις στον παππού και στη γιαγιά σου, στους γονείς και τα παιδιά σου…
Για να προστατευτείς μα και για να προστατεύσεις πρέπει να σταματήσεις να τους βλέπεις, μονάχα έτσι θα επιβιώσεις και θα τους κρατήσεις στον κόσμο των ζωντανών…
Αναρωτιέμαι όμως…
Για πόσο καιρό θα αντέχουν οι άνθρωποι να βαδίζουν ο ένας πίσω απ’ τον άλλον εθελοτυφλούντες, δίχως να κοιτάζονται στα μάτια;
Ε;
Σχoλιάστε