Ζόρικη δουλειά, δεν βάσταγε ο καθένας να την κάνει. Ήθελε μούσκουλα από σίδερο κι ατσάλινα πνευμόνια, μα πιότερο να ’χεις λιονταριού καρδιά, να μην σκιάζεσαι τον θάνατο. Ακόμα κι άντρες βάναυσοι και μοβόροι, που ’χανε βάψει τα χέρια τους μ’ ανθρώπινο αίμα, δεν άντεχαν και τα παράταγαν μέσα σε λίγους μήνες. Γιατί τα ζώα τα κακόμοιρα έχουν μια αθωότητα που σπάνια τη βρίσκεις στους ανθρώπους. Ειδικά τα γελάδια που σε κοιτάνε μ’ εκείνα τα μάτια τους τα υγρά, τα μελαγχολικά, γεμάτα τρυφερότητα και πρέπει να ’σαι ντιπ αναίσθητος για να τους μπήξεις το σουβλί και να τα ξεκοιλιάσεις. Αργούν τα ζωντανά να μυριστούνε τη σφαγή όταν κοντοζυγώνει, μέχρι τελευταία στιγμή δείχνουν εμπιστοσύνη, τυφλά ακολουθούνε, και μόνο λίγο πριν αστράψει του μαχαιριού η λάμα συναισθάνονται τον κίνδυνο και τότε πια σκούζουνε το ’να μετά το άλλο και μουγγρίζουν και στριφογυρίζουνε σαν να ’ν’ δαιμονισμένα και μαζί τους μουρλαίνεται κι ο σφάχτης, αμόκ τον πιάνει, ντελίριο, και χώνει το λεπίδι βαθιά όπου βρει, μάτια, ψαχνά, κοιλιές, όπου λάχει, μα πιο πολύ στου ζώου τα λαιμά, να κόψει τις φωνητικές χορδές, να πάψουν ν’ ακούγονται οι τσιρίδες που του τρυπούν τ’ αυτιά και τον αποτρελαίνουν. Χτυπάει όμως στα τυφλά, το χέρι ξαστοχεί και να σου το αίμα να πετιέται σιντριβάνι και να πιτσιλάει ολούθε, να ραντίζει τα πατώματα, τους τοίχους, τα πλακάκια και να κολλάει πάνω τους, στη φόρμα, τις μπότες, στα μαλλιά, παντού, κι όλα να γλιστράνε μέσα του, οι άνθρωποι, τα ζώα, τα μαχαίρια, να πατινάρουνε όπως απά’ στον πάγο, τα δάχτυλα του γδάρτη να πιάνονται απ’ όπου βρουν για να μην στρωθεί χάμω, να του ξεγλιστράνε τα λεπίδια απ’ τη χούφτα και να του σκίζουν το πετσί, το αίμα του ένα να γίνεται μ’ εκείνο απ’ τα σφαχτάρια, μα όσο κι αν προσπαθεί να σταθεί ορθός, να βουλιάζει και να βυθίζεται ολοένα και βαθύτερα στον κόκκινο τον βούρκο και σαν μανιασμένος να συνεχίζει να πελεκά, να τεμαχίζει και να γδέρνει μέχρι που φτάνει κάποτε η στιγμή και το τετράποδο έχει πια σφαχτεί και γδαρθεί και καθαριστεί από τα ξύγκια και τα εντόσθια και τις ακαθαρσίες και κρέμεται στο τσιγκέλι έτοιμο να κοπεί παϊδάκια και μπριζόλες για τους καλοφαγάδες που λιμπίζονται τον λιπαρό μεζέ κι η τσίκνα του κρέατος στις ταβέρνες τούς ανοίγει την όρεξη, αρκεί να μην αναγκαστούν να κόψουν εκείνοι του ζώου τον λαιμό και ξεράσουν τ’ άντερά τους.
Έξι μέρες τη βδομάδα, δώδεκα ώρες τη μέρα βαστούσε το μακελειό και μόνο την έβδομη μέρα, την Κυριακή του Θεού, δινόταν μια ανάπαυλα στην αιματοχυσία, ίσα να ξαποστάσουν οι εργάτες απ’ τον μόχθο του θανάτου. Όταν το σαββατιάτικο σχόλασμα πλησίαζε και λίγο πριν η μπουρού σφυρίξει τη λήξη της βάρδιας, οι καθαριστές άνοιγαν τις κάνουλες για να ξεχυθεί με πίεση το νερό της μάνικας και να ξεπλύνει το αίμα και τα ξεσκλίδια. Ήταν το σημάδι που περίμεναν κι αμέσως οι εκδοροσφαγείς παρατούσαν τα σύνεργα κι ένιβαν βιαστικά τα χέρια τους, έκαναν μπόγο τα ματωμένα ρούχα της δουλειάς, τον έχωναν παραμάσχαλα και κινούσαν για το τσαρδί τους να πλυθούν να ξεβρωμίσουν, να φύγει από πάνω τους ετούτη η γλυκερή, αηδιαστική μυρουδιά του αίματος που πότιζε το πετσί τους. Όμως, όσο γερά κι αν σαπουνιζόντουσαν, μ’ όση κολόνια κι αν παρφουμαριζόντουσαν, του κακού, η αποφορά τούς ακολουθούσε όπου κι αν πήγαιναν σαν δεύτερη σκιά τους. Τους στιγμάτιζε όπως το σημάδι του Κάιν κι έκανε τους καθώς πρέπει πολίτες, τους νοικοκύρηδες και οικογενειάρχες να τους αποφεύγουν αποστρέφοντας το βλέμμα. Όμως, πράγμα παράξενο, ετούτη η ίδια η αναγουλιαστική μπόχα του σφαγείου τραβούσε γύρω τους κάθε λογής αποβράσματα, χασισοπότες, μαχαιροβγάλτες, κουτσαβάκηδες, μα και γυναίκες ένα σωρό, όχι όμως τα τίμια κορίτσια, τα σεμνά, που ’ναι φτιαγμένα για σπιτικό και για φαμίλια, όχι αυτές, τις άλλες τράβαγε, τις αλανιάρες, που διψάνε για περιπέτειες και ξεπορτίσματα κρυφά μες στο σκοτάδι.
Μα ούτε και στο κρεβάτι τους μπόραγε ο σφάχτης να ημερέψει την ψυχή του απ’ του μακελειού τη θύμηση. Μόλις η φούντωση της σάρκας καταλάγιαζε κι ο ύπνος, βαρύς μολύβι, του σφάλιζε τα βλέφαρα, αντίς για την ξεκούραση του σώματος, ερχόντουσαν οι εφιάλτες και χυμούσαν λεφούσι καταπάνω του όπως οι μύγες στα σφαχτάρια. Τότε οι τσιρίδες επέστρεφαν, τα βελάσματα των προβάτων, των χοίρων τα γρυλίσματα, των μοσχαριών τα παραπονεμένα μουγκανητά, και μαζί τους εικόνες απ’ την κόλαση, κότες που τρέχανε με κομμένο το κεφάλι, ρυάκια αίματος που γίνονταν ποτάμι και χύνονταν στη θάλασσα και τήνε βάφαν μαύρη, και πώς να ησυχάσει που ο ύπνος γινόταν ταραχή, πάλη με τα σεντόνια, ώσπου στο τέλος πεταγόταν στο πόδι ξέπνοος πριν ακόμα ο ήλιος φέξει, άρον-άρον να ντυθεί, να ποδηθεί, να τρέξει να προλάβει, μη φτάσει καθυστερημένος στο πόστο του και βρει τον μπελά του.
Μέρα και νύχτα το σφαγείο τον κρατούσε αιχμάλωτο, στη βάρδια και στη σχόλη, ύπουλα τρύπωνε μέσα του όπως λεκιάζει το ρούχο απ’ το αίμα, σιγά-σιγά γινότανε κομμάτι του εαυτού του. Κι ωστόσο, παρά τον μόχθο, τη φρίκη και τη βρώμα της δουλειάς, ποτέ δεν παρατηρήθηκε έλλειψη προσωπικού, πάντα βρισκόντουσαν χέρια πρόθυμα ν’ αδράξουν το μαχαίρι. Κάθε πρωί έξω απ’ τα σφαγεία οι άνεργοι στήνονταν στην ουρά προσμένοντας ένα νεύμα του επιστάτη. Οι πιο υπομονετικοί ανταμείβονταν για την επιμονή τους, όλο και κάποιος ατζαμής θα σακατευόταν πάνω στην απροσεξία του, όλο και κάποιο δάχτυλο θα κοβόταν ή κάποιος θα γλιστρούσε και θα ’σπαγε κάνα ποδάρι, και τότε ένας άλλος έπαιρνε τη θέση του μέχρι να ’ρθει κι η σειρά του. Έτσι, οι εργάτες άλλαζαν συχνά, κανείς δεν άντεχε πάνω από χρόνο, όμως η φάμπρικα λεπτό δεν σταματούσε. Τα στομάχια ποτέ δεν χορταίνουνε, τα γρανάζια αντικαθίστανται κι η μηχανή αλέθει.
Ο Μαυρογιώργης στάθηκε απ’ τους τυχερούς, δε χρειάστηκε να περιμένει. Με την πρώτη ματιά που του ’ριξε ο επιστάτης, αμέσως τον ξεχώρισε ανάμεσα σε δεκάδες άνεργους που μαζεμένοι στο προαύλιο κάπνιζαν τσιγάρα σέρτικα ή έτριβαν τις χούφτες τους μην ξεπαγιάσουν απ’ το κρύο. Δεν ήταν μόνο το παράστημα και οι φαρδιές οι πλάτες, ώμοι που θ’ άντεχαν βάρος πολύ στο φόρτωμα, μήτε τα στιβαρά τα μπράτσα που θα γδέρναν του ζώου το τομάρι και θα ’κοβαν φέτες το κρέας με τον μπαλτά, πιότερο πρόσεξε το βλέμμα του τ’ ανέκφραστο που δεν σου επέτρεπε να μαντέψεις τι σκεφτόταν. Τέτοιοι χρειάζονται εδώ, άντρες χοντρόπετσοι, αδιάβροχοι, που δεν άφηναν τίποτα να περάσει μέσα τους και να τους διαβρώσει. Του έκανε νεύμα να σιμώσει, τον προσέλαβε δοκιμαστικά και δεν έπεσε έξω· χρόνια στο κουρμπέτι εργοδηγός, το μάτι του ξυράφι.
Πάνε τρία χρόνια τώρα που ο Μαυρογιώργης βγάζει το ψωμί του στα σφαγεία. Από χαμάλης ξεκίνησε μα γρήγορα πήρε προαγωγή και γίνηκε αυτός αρχισφαγέας. Ο επιστάτης έχει να το λέει, άλλος κανείς δεν βάσταξε τόσον καιρό στο πόστο. Εκείνος καμαρώνει που τα κατάφερε εκεί που οι άλλοι λάκισαν και δεν παραπονιέται, μπορεί το ταμάχι να ’ν’ σκληρό, τέτοια μεροκάματα όμως πού να τα βρει ένας ανειδίκευτος σε εποχές κρίσης; Αλλά μυαλό δεν έχει να φυλάει τα κόπια του για μια δύσκολη ώρα- ό,τι βγάζει, το σκορπά σε μπαρμπουτάδικα, καταγώγια και τεκέδες. Είναι νέος ακόμα και τ’ αύριο δεν το σκέφτεται, τι θ’ απογίνει όταν το κορμί γεράσει και βαρύνει;

Στο κουτούκι τ’ Αποστόλη του Σμυρνιού ακούει για πρώτη φορά τον Ηλία Μαλανόττε να παίζει το βιολί του. Είναι ένα παγωμένο Σαββατόβραδο του Δεκέμβρη και καθώς το δοξάρι του γέρο-Εβραίου κεντάει πάνω στις χορδές τη μελωδία ενός παλιού σεφαραδίτικου τραγουδιού, αισθάνεται μιαν άλλη χορδή να πάλλεται μέσα του, να τεντώνει και να σπάζει. Βουρκώνει· να φταίει άραγε το κρασί ή μήπως η μαστούρα; Βγαίνει απ’ την ταβέρνα βιαστικά μην τον δούνε δακρυσμένο και πάει στράφι η φήμη του μάγκα του πολλά βαρύ που τόνε συνοδεύει. Το επόμενο βράδυ όμως θα βρίσκεται και πάλι εκεί, στο γωνιακό τραπέζι, με μάτια σφαλιστά ν’ ακούει τον γέρο να σολάρει τον χαβά του, και το μεθεπόμενο επίσης, κι έπειτα κάθε βράδυ, βρέξει χιονίσει, χειμώνα καλοκαίρι, τα βήματά του θα τον οδηγούν στο ίδιο το σημείο σαν τον υπνοβάτη π’ ακολουθεί μια διαδρομή που χάραξε στ’ όνειρό του.
Ώσπου κάποτε, καιρό μετά, ενθαρρυμένος απ’ του πιοτού το ψεύτικο το θάρρος, θα βρει το κουράγιο να τόνε πλησιάσει τη στιγμή που κατεβαίνει απ’ το πάλκο. «Μάθε με να παίζω όπως εσύ. Κι από μένα ό,τι ζητήσεις». Ο τσαλκιτζής τον κοιτά απορημένος, μια ζωή στη νύχτα κι αν έχουν δει τρελούς τα μάτια του, ετούτος εδώ όμως φαίνεται διαφορετικός, στο βλέμμα του διακρίνει μια λάμψη που άλλοτε την είχε ξαναδεί, πριν από χρόνια αμέτρητα, μπροστά σ’ έναν καθρέφτη. Του πιάνει τα χέρια, τα ψηλαφεί ωσάν τυφλός, μα ύστερα το στόμα ανοίγει διάπλατα, φίδι που βγαίνει απ’ τη σπηλιά η γλώσσα του καγχάζει και τον περιγελά κατάμουτρα. «Μ’ αυτά τα δάχτυλα; Έχεις δει ποτέ πώς είν’ τα δάχτυλά σου; Είναι τούτα δάχτυλα βιολιστή, αν έχεις τον Θεό σου;»
Γυρίζει στη σοφίτα του με την ουρά στα σκέλια. Απλώνει τις παλάμες του στου τραπεζιού το ξύλο, κάτω απ’ το φως της λάμπας πετρελαίου τις παρατηρεί σαν να τις βλέπει για πρώτη φορά, σαν να ’ναι τα χέρια ενός άλλου. Δεν είχε κι άδικο ο γέρος. Το δέρμα αργασμένο, σκληρό και δύσκαμπτο σαν σόλα από παπούτσι· ουλές από παλιά κοψίματα το αυλακώνουν εδώ κι εκεί, οι χαρακιές του λεπιδιού πλέκουνε τον ιστό τους. Οι αρθρώσεις των δακτύλων φουσκώνουν κατακόκκινες, οι φάλαγγες πρησμένες σαν λουκάνικα, τα νύχια μαυρισμένα απ’ το αίμα που τρυπώνει και πήζει όπου δεν φτάνει το σαπούνι. «Είναι δάχτυλα βιολιστή αυτά;» ακούει τη φωνή του γέρου ν’ αντηχεί σαρκαστική στ’ αυτιά του. Τον πιάνει η ίδια λύσσα που νιώθει στο σφαγείο τη στιγμή που μπήγει το σουβλί στο λαιμό του μοσχαριού, κι αμέσως αρπάζει το μαχαίρι και το καρφώνει στο ξύλο χτυπώντας μανιασμένα ανάμεσα στ’ ανοιγμένα δάχτυλα με μια ολοένα αυξανόμενη ταχύτητα που του κόβει την ανάσα.
Απογοητεύεται μα δεν το βάζει κάτω. Κάθε βράδυ, μετά το σχόλασμα, όταν γυρίζει στη σοφίτα, η πρώτη του έγνοια είναι να βουτήξει τα χέρια του σε μια γαβάθα χλιαρό γάλα. Τα κρατάει εκεί με τις ώρες, η σπιτονοικοκυρά που του ’μαθε το κόλπο, λέει ότι έτσι μαλακώνουν. Έπειτα τ’ αλείφει μ’ ελαιόλαδο ή και με βαζελίνη. Σιγά-σιγά, μήνα τον μήνα, τα νιώθει πιο ανάλαφρα, πιο ευκίνητα, πιο λυγερά, σαν να συνέρχονται από αγκύλωση. Εν τω μεταξύ, με τις οικονομίες του, έχει αγοράσει ήδη ένα βιολί· το βρήκε μεταχειρισμένο στο σαράφικο και το πήρε μπιρ παρά. Δάσκαλο όμως δεν έχει, ο Εβραίος τον απόδιωξε κι εκείνος ντρέπεται να πάει σε ωδείο. Μονάχος του κάθεται τις νύχτες και γρατζουνάει τις χορδές με το δοξάρι· ο ήχος, τσιριχτός, θυμίζει γάτες που ζευγαρώνουνε στα κεραμίδια κι οι γείτονες του βάζουν τις φωνές που δεν τους αφήνει σε ησυχία, μια δυο φορές μάλιστα κάλεσαν και την αστυνομία.
Τον πρώτο καιρό τις χορδές μήτε που τις ένιωθε, όταν τις άγγιζε, του φαίνονταν σαν τρίχες. Αλλού πατούσε κι αλλού βρισκόταν, τα δάχτυλα, μουδιασμένα, δεν υπάκουαν. Πολλές φορές πάνω στο παίξιμο σχίζονταν και ματώναν· του έλειπε το μέτρο, πίεζε με όση δύναμη έβαζε σαν έγδερνε τα βόδια. Αλλά το πείσμα του μεγάλο· μια νύχτα έδωσε όρκο βαρύ στα κόκκαλα της μάνας του πως αν δεν μάθει το βιολί, τα ρημάδια τα δάχτυλά του θα τα ’κοβε με το ίδιο χασαπομάχαιρο που κομμάτιαζε το κρέας.
Έξι μήνες αργότερα είχε μάθει να κουτσοπαίζει στ’ όργανο κάμποσες μελωδίες. Από νότες, δρόμους και μακάμια δεν χαμπάριαζε, ό,τι έπιανε με τ’ αυτί του. Εκείνος βέβαια θαρρούσε τον εαυτό του από τότε κιόλας για μέγα βιρτουόζο, να παίξει όμως μπροστά σ’ ακροατήριο δεν τόλμαγε ακόμη. Μα να που η τύχη τα φέρνει έτσι κι ένα βράδυ, στο κουτούκι του Προύσαλη όπου μαζεύονται όλοι οι εκδοροσφαγείς να πιουν και να γλεντήσουν, μερακλώνει κι έρχεται στο τσακίρ κέφι, και πάνω στην αμεριμνησία της μέθης, βουτάει το βιολί κι αρχίζει να κεντάει. Εργάτες και θαμώνες τον κερνούν κρασί και τον χειροκροτάνε· τα μάγουλά του πυρώνουνε, κορδώνεται σαν διάνος. Τη στιγμή όμως που φαλτσάρει τη Morenica, σπάει ο διάολος το ποδάρι του και στο καπηλειό μπουκάρει ο Μαλανόττε. Ζαρώνει σε μια γωνιά, παραγγέλνει ένα καρτούτσο μα ούτε που τ’ αγγίζει, μόνο κάθεται και παρακολουθεί αμίλητος ετούτον τον μουζικάντη της συμφοράς που περνιέται για σπουδαίος. Μόλις το αυτοσχέδιο ρεσιτάλ φτάνει στο τέλος του, μ’ ένα νεύμα του κοφτό, τον προσκαλεί να κοπιάσει στο τραπέζι. Πλησιάζει χαμογελαστός μα και με κάποια αγωνία· η κρίση του γέρο-δάσκαλου βαραίνει πιότερο απ’ τα «Μπράβο» της παρέας.
Τον περιμένει μια ψυχρολουσία. Ο γέρος τον κοιτάζει βλοσυρά και δείχνει θυμωμένος. «Παίξιμο το λες εσύ αυτό; Μουσική; Η χορδή είναι σαν τη γυναίκα. Θέλει άγγιγμα τρυφερό για να σου κελαηδήσει, αν όμως χτυπάς με δύναμη, τότες ακούς τσιρίδες». Διόλου δεν του χαρίζεται, τον αποπαίρνει με λόγια σκληρά, όμως ετούτη τη φορά δεν θα τον αποδιώξει. Παίρνει στα χέρια του δοξάρι και βιολί, διορθώνει τα λάθη του, του δείχνει τα σωστά σημεία στην ταστιέρα. Το τραγούδι αντηχεί ξανά αγνώριστο, ο κάθε οργανοπαίκτης το ερμηνεύει με τον τρόπο του, το κάνει σαν δικό του. Ετούτο είναι το πρώτο μάθημα, το πιο σπουδαίο απ’ όλα, που δεν επιτρέπεται ποτέ του να ξεχάσει.
Μέρα τη μέρα το βιολί τού γίνεται ολοένα και πιο απαραίτητο, είναι το καταφύγιο όπου καθαρίζει την ψυχή του. Μόλις πιάνει το όργανο, όλα τα ξεχνά, τη δυσοσμία του σφαγείου, το αίμα των ζώων, τους λεκέδες στα ρούχα του. Οι τσιρίδες μέσα του σωπαίνουνε, γίνονται μουσική, ρυθμός και μελωδία. Ακροβατεί· από τη μια μεριά το μαχαίρι που παίρνει ζωές κι από την άλλη το δοξάρι που δίνει ζωή· τα παίζει και τα δυο στα δάχτυλα. Αισθάνεται πως έχει βρει μια κάποια ισορροπία.
Σαράφης η τύχη, σε κανέναν δεν χρωστά, τίποτα δεν χαρίζει, μονάχα δίνει δανεικά μα με μεγάλο τόκο. Το ατύχημα συμβαίνει πριν καλά-καλά κλείσει έναν χρόνο μαθητείας. Μια στιγμή απροσεξίας ή η ώρα η κακιά και πάνε όλα χαμένα, δείκτης και μέσος τ’ αριστερού χεριού μπλέκονται στη μηχανή π’ αλέθει τον κιμά και γίνονται κι αυτά κιμάς, δάχτυλα, όνειρα, ελπίδες. Τα βάζει με τη μοίρα του, το μαύρο ριζικό του, όμως κανείς δεν του ’φταιγε, δικιά του η ευθύνη. Συνάδελφοι και επιστάτης απορούν πώς την πάτησε έτσι σαν πρωτάρης. «Μα τέτοια αφηρημάδα; Ούτ’ ερωτευμένος να ’ταν». Ευτυχώς τ’ αφεντικό είν’ άνθρωπος πονόψυχος, του σκάει μπροστάντζα τρία μηνιάτικα αποζημίωση προτού τον απολύσει.
Κουλοχέρης κι άνεργος περιφέρεται τώρα ασκόπως, στη γλυκιά χαύνωση του λουλά γυρεύοντας να βρει παραμυθία. Το βιολί αραχνιάζει ξεκούρδιστο στη θήκη του, το δοξάρι παρατημένο στο τραπέζι, δεν του κάνει καρδιά για να τ’ αγγίξει. Όμως ο καιρός περνά και τα έτοιμα σώζονται γρήγορα, χρωστάει κιόλας δυο ενοίκια, η σπιτονοικοκυρά τον απειλεί πως θα τόνε πετάξει έξω. Άλλο να συνεχίσει έτσι δεν μπορεί, κάτι πρέπει να γίνει. Κάθε βράδυ, μπροστά σ’ έν’ άδειο κρασοπότηρο, μιαν απόφαση ζυγιάζει στο μυαλό του.
Απόψε όμως απά’ στην τάβλα βρίσκεται μονάχα το μαχαίρι, το βιολί πια τι του χρειάζεται; το έβαλε αμανάτι. Τουλάχιστον με τα φράγκα που πήρε θα ξοφλήσει τα χρωστούμενα και θα ’χει να πορεύεται για κάνα μήνα ακόμα, μα ίσως ούτε κι αυτό να χρειαστεί, τι τον κρατά να δώσει ένα τέλος; Αλλά ενώ το καλοσκέφτεται, να που ακούγεται ένα χτύπημα στην πόρτα. Ποιος να ‘ναι άραγε που ’ρχεται αργά μέσα στη νύχτα; Όρεξη δεν έχει να δει άνθρωπο, γιατί τον ενοχλούνε; Για μια στιγμή μένει ασάλευτος και αφουγκράζεται, ο χτύπος δυναμώνει. Βρε πείσμα που το ’χει ο απρόσκλητος επισκέπτης, αν συνεχίσει έτσι να βροντά, θα τήνε ρίξει χάμω την παλιόπορτα. Μα τι διάολο να θέλει; Γεμάτος περιέργεια, σηκώνεται ν’ ανοίξει.
Μπρος στο κατώφλι του στέκει ο γέρο-δάσκαλος. Κρατάει παραμάσχαλα ένα ξύλινο κουτί τυλιγμένο σε μεταξωτό ρετάλι, εκείνου όμως, μες στην πολλή μαστούρα του, του φαίνεται σαν φέρετρο μωρού παιδιού που το πάνε για κηδεία. Χωρίς να πει λέξη ο βιολιτζής τον παραμερίζει και μπαίνει στο δωμάτιο. Με προσοχή απιθώνει το πακέτο απάνω στο τραπέζι, το ξεσκεπάζει, ανασηκώνει το καπάκι. «Να! Κοίτα! Ένα βιολί. Για σένα το ’φερα». Σειρά του να καγχάσει. «Για μένα λες; Μα εγώ τι να το κάμω; Αφού το βλέπεις και μόνος σου, με τι δάχτυλα να παίξω;» Σηκώνει ψηλά την κολοβή παλάμη του σαν να θέλει να τον χαστουκίσει, έπειτα την κρύβει στην τσέπη του σακακιού του. Ο μουσαφίρης επιμένει. «Μα δεν νογάς; Μήπως μαζί με τα δάχτυλα, σου βγήκαν και τα μάτια;» Τώρα αγριεύει για τα καλά, «Με κοροϊδεύεις γέρο; Δίνε του, δεν θέλω να σε ξαναδώ μπροστά μου!»
Τότε, ο γέρο-εβραίος τον γραπώνει απότομα απ’ το χέρι, απ’ το καλό του χέρι, το δεξί. Η λαβή του είναι σαν χειροπέδα ατσάλινη, αδύνατον να το πιστέψει άνθρωπος πως μια τόσο λιπόσαρκη χούφτα κρύβει τέτοια δύναμη. «Αφού ’σαι ντιπ τυφλός, να, δες με τα δάχτυλά σου. Είναι αλλιώτικο ετούτο το βιολί, δεν το νιώθεις; Να, πιάσε εδώ, την ψυχή, το δοκάρι, τον καβαλάρη. Άγγιξε τις χορδές, τη μια μετά την άλλη. Παίξε τις πιτσικάτο. Δοκίμασε να κουρδίσεις τα κλειδιά, δεν βλέπεις πώς διαφέρουν; Βάλε το πηγούνι του δεξιά να ιδείς πού θηλυκώνει. Το πιάνεις τώρα; Όλα του είναι ανάποδα, σαν να βλέπεις σε καθρέφτη. Άιντε μπράβο! Το κατάλαβες επιτέλους; Όργανο φτιαγμένο για ζερβοχέρηδες, ειδική παραγγελία. Μη ρωτάς πόσα μου κόστισε, κοτζάμ περιουσία! Αλίμονο σου κακομοίρη μου αν τ’ αφήσεις να πάει χαμένο. Το καλό που σου θέλω!»
Ξυπνάει από τη νάρκη του, βλέπει με άλλα μάτια. «Θα με μάθεις εσύ; Θα μου δείξεις πώς;» Το πρόσωπό του φωτίζεται, του γέρου σκοτεινιάζει. «Όχι, δεν θα σε μάθω. Και να ’θελα, δεν θα μπορούσα. Εγώ κρατώ το δοξάρι με το δεξί, εσύ πρέπει τώρα να βαράς τις χορδές ωσάν ζερβοκουτάλας. Ό,τι ήξερες ως τα σήμερα, όλα να τα ξεχάσεις. Να πιάσεις πάλι απ’ την αρχή. Μονάχος σου, άλλος κανείς δεν θα σου δείξει. Είναι σπάνιοι οι ζερβοχέρηδες βιολιτζήδες, εδώ στην πόλη μας δεν ξεύρω ούτε έναν. Θα ’βρεις δικό σου τρόπο, εσύ ο ίδιος θα γενείς δάσκαλος του εαυτού σου».
Άλλο τίποτα δεν έχει να του εξηγήσει ο γέροντας, τα υπόλοιπα είναι στο χέρι του. Αφήνει το δώρο του στο τραπέζι, φοράει την τραγιάσκα του, κουμπώνει το παλτό του και σηκώνεται να φύγει. Σκυφτός πάνω απ’ το πολύτιμο απόκτημα, ο ακρωτηριασμένος τοποθετεί τα σύνεργα στη σειρά, δεξιά το μαχαίρι, στη μέση το βιολί, στα ζερβά του το δοξάρι. Ορίζουνε την τύχη του όπως τα τρία τα χαρτιά στου παπατζή τον πάγκο. Ποντάρισε τα ρέστα του κι είν’ ώρα να ρισκάρει. Ποιος όμως να ’ναι τάχα ο παπάς; Ακόμα δεν το ξέρει.
Του μένει ωστόσο μια επιλογή. Να ξεκινήσει απ’ το μηδέν ή να καταλήξει στο μηδέν…
Κείνη τη νύχτα ο Μαυρογιώργης πέθανε και γεννήθηκε ο Ζέρβας.
Σχoλιάστε